Διάστιχο / Τασούλα Τσιλιμένη: «Ένα δέντρο μεγαλώνει παντού» / Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου / 21 Φεβρουαρίου 2025

Αν στο μυθιστόρημα της Μπέτι Σμιθ Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν, στη φτωχή συνοικία μεταναστών της πόλης ο αείλανθος ομορφαίνει τη ζωή τους και τους βοηθάει να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους, το «δέντρο που μεγαλώνει παντού» της Τασούλας Τσιλιμένη αλλάζει τη ζωή της σύγχρονης, γκρίζας μεγαλούπολης και χαρίζει αισιοδοξία, φως και χαρά στους κατοίκους της.

Ήδη το ημίσκληρο εξώφυλλο με τη χρωματική αντίθεση εξωτερικής και εσωτερικής πλευράς προοικονομεί το πνεύμα της ιστορίας. Η μουντάδα της πόλης τονίζεται ιδιαίτερα με τις φωτογραφίες των εσωφύλλων, όπου κυριαρχεί το γκρίζο, ενώ κάποια στοιχεία από χορταράκια δηλώνουν ήδη την αναγεννητική δύναμη της φύσης. Το εξώφυλλο με το ροζ δέντρο που αγκαλιάζουν δυο ανθρώπινα χέρια, καθώς και οι χρωματιστές λεπτομέρειες: τα ανθισμένα δέντρα, φωτισμένα εσωτερικά διαμερισμάτων, το διάχυτο γαλάζιο του ουρανού, δηλώνουν την ευτυχία, απότοκο της ύπαρξης του γιγαντιαίου –συμβολικά– δέντρου.

Η ιστορία είναι απλή, αφορά τη μονότονη καθημερινότητα ενός άντρα που ζει σε μια γκρίζα πόλη με ελάχιστα δέντρα και του οποίου η ζωή δεν έχει καμιά χαρά και κανένα ενδιαφέρον. Ο ίδιος δεν έχει διάθεση ούτε να περπατήσει, ενώ και οι Κυριακές, κατά κανόνα μέρες ξεγνοιασιάς, δεν μεταβάλλουν τη διάθεσή του. Η αλλαγή συντελείται μόνον όταν ο άνεμος φυσάει δυνατά, συμβάλλοντας συνειδητά στη μεταβολή του θλιβερού κλίματος που κυριαρχούσε στην πόλη. Οι σπόροι ανάμεσα σε άλλα άχρηστα αντικείμενα φτάνουν μπροστά στα πόδια του ήρωα της ιστορίας. Αυτό το «τσαμπί από μακρουλά φασόλια, αλλά και ξερά και σκούρα καφέ ή μπορεί και μαύρα» που στην αρχή τον ενοχλεί, όπως όλα τα σκουπίδια που παρασύρει ο άνεμος, είναι το σημείο εναλλαγής του κλίματος που από γκρίζο, θλιβερό και μονότονο αποκτά χρώμα και δίνει άλλο νόημα στη ζωή του. Ο ήρωας αρχίζει να ενδιαφέρεται για την εξέλιξη των σπόρων που εντωμεταξύ φύτεψε σε γλαστράκια και περιμένει να δει το μεγάλωμά τους. Όταν παρατήρησε την ανάπτυξή τους, η ψυχολογία του μεταβλήθηκε, η χαρά, η αληθινή ζωή μπήκε στο σπίτι του και ο απόμακρος πολίτης άρχισε να ενδιαφέρεται μαζί με άλλους για έναν οικολογικό τρόπο ζωής.

Η Τασούλα Τσιλιμένη με το βιβλίο αυτό προσπαθεί να αναδείξει την αξία της φύσης στη ζωή μας και την τεράστια προσφορά της στην ποιότητα της καθημερινότητάς μας. Ο τόπος, ο χρόνος και ο ήρωας δεν προσδιορίζονται και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η μίζερη ζωή σε μια τσιμεντένια πόλη ξεκινά ως πρόβλημα ενός μοναχικού κατοίκου της: «Σε μια γκρίζα και άχρωμη πόλη, ζούσε κάποτε ένας άντρας», ο οποίος δεν έχει όνομα. Ως το τέλος της αφήγησης τα υποκείμενα, καθώς και οι πόλεις πολλαπλασιάζονται και ο ανώνυμος πρωταγωνιστής μπορεί να είναι όλοι οι κάτοικοι της πόλης ή και του κόσμου. «Σε μια πόλη σαν όλες τις πόλεις ζούσε ένας άντρας» γράφει προς το τέλος της ιστορίας η συγγραφέας, γενικεύοντας την κατάσταση και κάνοντας κύκλο στην αφηγηματική της δομή.

Η συνειδητοποίηση της σημασίας της φύσης και της επίδρασής της στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και η οικολογικοποίηση της σκέψης τους προβάλλουν στο τέλος ως καθολικό αίτημα στη ζωή τους, το οποίο και πραγματοποιείται: «Δεν ξέρω τι απέγιναν οι δύο φίλοι. Τι απέγιναν εκείνα τα φυτά. Αν τελικά ήταν λουλούδια ή δέντρα. Όταν όμως βρέθηκα κάποια άνοιξη σ’ αυτή την πόλη, περπάτησα σε δρόμους με αλέες από ανθισμένες κουτσουπιές. Είδα χαρούμενους ανθρώπους να φωτογραφίζονται κάτω απ’ τις ροζ ομπρέλες που σχημάτιζαν τα δέντρα». Η αλλαγή της τριτοπρόσωπης σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, φορέας της οποίας είναι η ίδια η συγγραφέας, μεγεθύνει τη διαφοροποίηση τρόπου ζωής και σκέψης και προσδίδει κι έναν προσωπικό χαρακτήρα, δίνοντας έμφαση στο συναίσθημα που προκύπτει από δικά της βιώματα, όπως επιβεβαιώνουν και συνεντεύξεις της.

Προσπαθεί να αναδείξει την αξία της φύσης στη ζωή μας και την τεράστια προσφορά της στην ποιότητα της καθημερινότητάς μας.

Με λόγο απλό, με εστίαση στα μικρά πράγματα, στις λεπτομέρειες που εκπροσωπούν ολότητες, με έμφαση στην ψυχολογία του μυθοπλαστικού ήρωα, χωρίς να «βιάζεται» η συνείδηση του αναγνώστη, η Τασούλα Τσιλιμένη κάνει διάφανη την πρόθεσή της, που δεν είναι άλλη παρά η ανάδειξη του ρόλου της φύσης στην ποιότητα της ζωής μας.

Η κειμενική ιστορία αναδεικνύεται χάρη στην ευρηματική εικονογράφηση της Χαράς Μαραντίδου. Στο βιβλίο υπάρχει μια εσωτερική συνομιλία λόγου και εικόνας. Το ύφος και των δύο είναι λιτό, αφαιρετικό, πυκνό. Όπως το κείμενο, έτσι και οι εικόνες εστιάζουν στη λεπτομέρεια που σηματοδοτεί το όλον. Ενδεικτικές οι εικόνες: το πλύσιμο του πιάτου, το μεγεθυμένο βήμα του ανθρώπου με το τεράστιο παπούτσι και το φασόλι δίπλα, το φύτρωμα των σπόρων στην αρχή και το μεγάλωμά τους στο τέλος. Οι εικόνες με τους σπόρους στην αρχή και στο τέλος διαγράφουν, όπως και το κείμενο, κύκλο, καθιστώντας και εικονοποιητικά εμφανή τη διαφορά που επιφέρει η αναγέννηση της φύσης, ενώ η πρόκληση του ενδιαφέροντος του ανθρώπου για την ανάπτυξη των φυτών απεικονίζεται συμβολικά με έναν εγκέφαλο που απασχολείται αποκλειστικά με έναν οικολογικά νέο τρόπο ζωής.

Ένα δέντρο, λοιπόν, μπορεί να μεγαλώσει παντού, αρκεί να το αγκαλιάσουμε με αληθινή αγάπη και πραγματικό ενδιαφέρον, όπως το αγκάλιασαν οι δημιουργοί του. Το βιβλίο αυτό είναι υποδειγματικό και τυποτεχνικά χάρη στην ιδιαίτερη φροντίδα της εκδότριας του Καλειδοσκόπιου, Αλέξας Αποστολάκη.

[Η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου είναι ομ. καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.]

Πηγή:

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/24075-tasoula-tsilimeni-ena-dentro-megalwnei