KEIMENA / Ο «μικρός άλλος» εν διωγμώ / Τυρπάνη Παναγιώτα / 29 Φεβρουαρίου 2024

Διασταυρώσεις του Ολοκαυτώματος και της λογοτεχνίας για μικρά παιδιά 

ΚΕΙΜΕΝΑ για την έρευνα, τη θεωρία, την κριτική και τη διδακτική της Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας, τεύχος 40ο

Περίληψη
Η αυξητική τάση της σύγχρονης εκδοτικής παραγωγής, ελληνικής και παγκόσμιας, πρωτότυπης και μεταφρασμένης, που προσεγγίζει όλο και συχνότερα υψηλού φορτίου τραυματικά γεγονότα, όπως τα εγκλήματα πολέμου και οι μαζικές θανατώσεις, έχει οδηγήσει στην ανάδυση μια νέας κατηγορίας, της «λογοτεχνίας της θηριωδίας», η οποία δεν έχει αφήσει έξω από τα όριά της το παιδικό αναγνωστικό κοινό, ακόμα και αυτό της προσχολικής ηλικίας (4-8 ετών), προσφέροντάς του τις εμπνεόμενες από το Ολοκαύτωμα ιστορίες για μικρά παιδιά Το δέντρο βλέπει (2012), Τα Κίτρινα Καπέλα (2017) και Ζάζα
(2021). Μέσα από αυτά τα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τους τρόπους με τους οποίους μια τόσο σκληρή και βίαιη θεματική παρουσιάζεται από τους σύγχρονους συγγραφείς σε αναγνώστες μιας τόσο ευαίσθητης ηλικίας.
Εισαγωγή
Στο παρόν κείμενο θα αποφύγουμε συνειδητά τη συμμετοχή στην πυρετώδη συζήτηση για το αν ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να επιτρέπει ή πολύ περισσότερο να ενθαρρύνει την επιλογή βιβλίων για μικρά παιδιά που πραγματεύονται τη θεματική του Ολοκαυτώματος, καθότι θεωρούμε ότι το ζήτημα έχει σχολιαστεί εκτενώς τόσο από τη διεθνή όσο και την ελληνόγλωσση βιβλιογραφία (Herman, 1997· Bear, 2000· Bosmajian 2002· Kokkola, 2003· Kidd, 2011· Κανατσούλη, 2014). Το εν λόγω θέμα έχει συζητηθεί
και από το παρόν περιοδικό Κείμενα σε προηγούμενα τεύχη του, όπου έχουν τοποθετηθεί σχετικά ακαδημαϊκοί, εκπαιδευτικοί και κριτικοί της λογοτεχνίας (Γαβριηλίδου, 2017; Γιαννικοπούλου, 2015; Κανατσούλη, 2013; Μάγος, 2019). Ξεκινάμε λοιπόν τη διερεύνηση, αποδεχόμενοι τη θέση ότι η επαφή του μικρού παιδιού με τη λεγόμενη «λογοτεχνία του τραύματος», στην οποία συγκαταλέγονται κείμενα με κεντρικό θεματικό άξονα τον πόλεμο, τη βία και τον θάνατο, δεν αποτελεί και αυτή με τη σειρά
της απαραίτητα μια τραυματική εμπειρία, αλλά αντίθετα μπορεί να συντελέσει στην επαρκή αντιμετώπιση και επούλωση του ατομικού τραύματος (Kidd, 2011). Πολύ περισσότερο, η αυξητική τάση της σύγχρονης εκδοτικής παραγωγής, ελληνικής και παγκόσμιας, πρωτότυπης και μεταφρασμένης, που προσεγγίζει όλο και συχνότερα υψηλού φορτίου τραυματικά γεγονότα, όπως τα εγκλήματα πολέμου και οι μαζικές
θανατώσεις, έχει οδηγήσει στην ανάδυση μια νέας κατηγορίας, της «λογοτεχνίας της θηριωδίας», η οποία αφήνει ανοιχτό ενδεχόμενο να μην επέλθει ποτέ η επιζητούμενη και λυτρωτική επούλωση του τραύματος εξαιτίας του σαρωτικού μεγέθους της φρίκης. Χωρίς να οδηγούμαστε στο άλλο άκρο της άνευ όρων αποδοχής κάθε βιβλίου ανάλογης θεματικής, υποστηρίζουμε ότι η υπό προϋποθέσεις επαφή των παιδιών με τη «λογοτεχνία του τραύματος» και τη «λογοτεχνία της θηριωδίας» μπορεί να προβληματίσει τους
μικρούς αναγνώστες για τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκαν, να τους απαλλάξει από τη φενάκη της κατίσχυσης του καλού στον κόσμο, να τους εξοικειώσει με αρνητικά φαινόμενα, όπως η βία, ο θάνατος και η άκριτη απόρριψη της διαφορετικότητας που πιθανότατα να συναντήσουν στη μετέπειτα ζωή τους, και να στρώσει τον δρόμο για τη γαλούχηση σκεπτόμενων αυριανών πολιτών, που γνωρίζουν το παρελθόν και τα λάθη της ανθρωπότητας και θα προασπιστούν την αποφυγή της επανάληψής τους. Κι αν ακόμα οι θεματικές αυτές φαντάζουν σε κάποιους απαγορευτικές για μικρά παιδιά, υπάρχει το αντεπιχείρημα ότι με κατάλληλο παιδαγωγικό χειρισμό μπορούν να αποφέρουν εύχυμους καρπούς εντός και εκτός σχολικής κοινότητας, εφόσον συμφωνήσουμε ότι την εμπόλεμη βία και το τραύμα του παρελθόντος δεν το παρουσιάζουμε στα παιδιά, για να τα εξηγήσουμε, αλλά για να προβάλλουμε αντιλήψεις με ηθική αξία και για να αποφύγουμε τη διαρκώς υφέρπουσα απειλή της επανάληψής τους.
Ανεξάρτητα όμως από το αν και το πώς πρέπει να παρουσιάζονται τα κείμενα της «λογοτεχνίας του τραύματος» και «της θηριωδίας» σε μικρά παιδιά, η πραγματικότητα είναι ότι τέτοια βιβλία κυκλοφορούν και διαβάζονται εδώ και πολλά χρόνια. Ως προς τη διαπραγμάτευση συγκεκριμένα της θεματικής του Ολοκαυτώματος, τα περισσότερα κείμενα που έχουμε είναι σχετικά πρόσφατα, διότι τουλάχιστον κατά τα πρώτα δεκαπέντε μεταπολεμικά χρόνια επικρατούσε ένα τέτοιο πολιτισμικό και πολιτικό κλίμα, μια
σιωπηρά συμφωνημένη omerta, που απαγόρευε την όποια συζήτηση γύρω από όσα συνέβησαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν ο Primo Levi κατέγραψε τις εμπειρίες του από το Άουσβιτς στο If this is a man (1947), το βιβλίο του δεν είχε απήχηση, γιατί προφανώς δεν ενδιέφερε τον κόσμο τη δεδομένη χρονική στιγμή της πρώτης έκδοσής του. Μόνο όταν επικράτησε ένα κλίμα περισσότερο δεκτικό, ξεκίνησαν οι αφηγήσεις από όσους βίωσαν την κτηνωδία. Σταδιακά, από τη δεκαετία του ’60 αυξήθηκαν οι σχετικές προφορικές καταθέσεις, οι γραπτές μαρτυρίες, οι (αυτο)βιογραφίες, τα απομνημονεύματα και οι ιστορικές και λογοτεχνικές αφηγήσεις, μέχρι που στα 1985 εκδόθηκε το πρώτο εικονογραφημένο βιβλίο στην Ευρώπη, το οποίο αφηγείται το δράμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, το εμβληματικό πλέον Rosa Bianca (1985). Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική λογοτεχνία, όπου πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο άρχισαν να κάνουν την πρώτη εμφάνισή τους τόσο αυτοβιογραφίες και μαρτυρίες όσο και ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα για ενήλικες, ελληνικά ή μεταφρασμένα, που αναφέρονται στον εκτοπισμό των Εβραίων, τις πρότερες συνθήκες συμβίωσης του εβραϊκού με το ελληνικό στοιχείο και την επόμενη μέρα του πολέμου (Αμπατζοπούλου 1995). Όσον αφορά τις μυθοπλαστικές αναφορές που απευθύνονται σε παιδιά, τα υπάρχοντα δείγματα στην ελληνική λογοτεχνία είναι πιο πρόσφατα και πολύ λιγότερα,
συγκριτικά με τη λογοτεχνία των ενηλίκων, όπου έχουμε πληθώρα βιβλίων, ενώ και η πλειοψηφία αυτών των λίγων δειγμάτων, όπως το Μια Μπαλάντα για τη Ρεβέκκα (Μεταίχµιο, 2011), Οι ξυπόλυτοι ήρωες (Πατάκης, 2016), απευθύνονται κυρίως σε μεγάλα παιδιά και εφήβους (Κατσίκη-Γκίβαλου, 2022). Το ίδιο ισχύει και για άλλα εμβληματικά για την παγκόσμια λογοτεχνία μεταφρασμένα κείμενα, όπως Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ (Πατάκης, 2012), Η Κλέφτρα των βιβλίων (Ψυχογιός 2014) και Το αγόρι
με τη ριγέ πιτζάμα (Ψυχογιός, 2017). Σύμφωνα με τον Δημήτρη Γουλή (2013), παρότι οι εκπρόσωποι της παιδικής λογοτεχνίας ασχολήθηκαν με τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, εν τούτοις η τύχη των Εβραίων δεν τροφοδότησε τη γραφή στον χώρο της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Στην ελληνική αγορά, κατά τον ίδιο, η εμφάνιση βιβλίων για παιδιά, σχετικών με το θέμα, προέρχονται κυρίως από μεταφράσεις, γεγονός που αναδεικνύει το έλλειμμα της εντόπιας λογοτεχνικής παραγωγής, το οποίο καλύπτεται με
εισαγωγές ξένων έργων. Αντίστοιχα, ο Ανδρέας Καρακίτσιος (2013) συμφωνεί ότι υπάρχουν ελάχιστα παιδικά βιβλία μυθοπλασίας με θέμα και ήρωα τον Εβραίο στην ελληνική εκδοτική αγορά, αλλά παρατηρεί ότι κυκλοφορούν περισσότερα βιβλία μεταφρασμένα, όπου οι συγγραφείς, με ήρωες που ταιριάζουν ηλικιακά με τους αναγνώστες, ξεδιπλώνουν ιστορίες που αναφέρονται στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και
ακουμπούν έμμεσα το Ολοκαύτωμα, όπως Η ώρα των σκύλων (Άγρα, 2004), Η βαλίτσα της Χάνα (Σαββάλας, 2005), Τα σπίτια με το αστέρι (Σαββάλας, 2005), το Μάους (Zoobus, 2008), Το παιδί του Νώε (Opera, 2007), Η επιλογή της Σόφι (Ποταμός, 2005) και Οι πήλινες Μούσες (Κέδρος, 1988).
Αν λοιπόν στην ελληνική εκδοτική αγορά, τα σχετικά με το Ολοκαύτωμα κείμενα για παιδιά σχολικής και εφηβικής ηλικίας είναι λίγα και προέρχονται κυρίως από μεταφράσεις, τότε για τις μικρότερες ηλικίες, που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω, τα αριθμητικά δεδομένα είναι ακόμα πιο πενιχρά, μια και δεν είχαν γραφεί ούτε μεταφραστεί σχετικά βιβλία μέχρι πολύ πρόσφατα (Κατσίκη-Γκίβαλου, 2022).Τα υπό
εξέταση βιβλία Το δέντρο βλέπει (Κόκκινο, 2012), Τα κίτρινα καπέλα (Πατάκης, 2017) και η Ζάζα (Καλειδοσκόπιο, 2021), που θα μας απασχολήσουν στην παρούσα μελέτη, αποτελούν μαζί με το Τα ξυλοπάπουτσα διηγούνται (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας, 2005), την Έρικα (Καλειδοσκόπιο, 2015), το Από μακριά (Μεταίχμιο, 2021) και το Οι δικοί μου άνθρωποι (Καλειδοσκόπιο, 2022) κάποια από τα ευάριθμα και πρόσφατα κείμενα, αντιπροσωπευτικά της θεματικής αυτής, αν όχι και τα μοναδικά, που προορίζονται για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας. Με βάση την παραπάνω ιστορική ανασκόπηση τεκμαίρεται η μαρτυρούμενη διασταύρωση της λογοτεχνικής παραγωγής για μικρά παιδιά με τη θρηνωδία του Ολοκαυτώματος, η οποία μάλιστα γνωρίζει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Η συζήτηση που εγείρει αυτή η διασταύρωση έχει μετατοπιστεί από το «αν» πρέπει να κυκλοφορούν και να διαβάζονται βιβλία τέτοιας θεματικής, ειδικά από τους νεαρούς (προ-)αναγνώστες, στο «τι» μπορεί να αναπαρασταθεί από τη ναζιστική κτηνωδία και το «πώς» μπορεί να εγγραφεί το τραύμα σε βιβλία για μικρά παιδιά. Από την ασύμβατη συνοδοιπορία του Ολοκαυτώματος με την παιδική λογοτεχνία ανακύπτουν θεωρητικά,
παιδαγωγικά, αφηγηματολογικά και αισθητικά ζητήματα αναπαράστασης. Και αυτό συμβαίνει γιατί, παρότι υποστηρίζεται πλέον ανοιχτά η εξοικείωση των παιδιών με τη «λογοτεχνία της θηριωδίας», παρατηρείται ότι οι σύγχρονοι συγγραφείς επί της ουσίας παραμένουν αμήχανοι στη διαχείριση της θεματικής της βίας, με αποτέλεσμα την κεκαλυμμένη και αποσπασματική παρουσίαση των σκηνών του πολέμου, των
βασανιστηρίων και των θανατώσεων (Κανατσούλη, 2013). Πιο συγκεκριμένα, ο αφηγηματικός λόγος, φαίνεται να λυγίζει όταν επωμίζεται το καθήκον να προχωρήσει στο κρίσιμο σημείο των γεγονότων και να χρειάζεται ένα επιπλέον υποστηρικτικό υλικό, για να δώσει εξηγήσεις και να αναδείξει την όψη του κακού (Γαβριηλίδου, 2013) και ως εκ τούτου το κακό παρουσιάζεται χωρίς όνομα, χωρίς συγκεκριμένες διαστάσεις, χωρίς πηγή προέλευσης (Κανατσούλη, 2014). Παράλληλα, η πρόκληση που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι σύγχρονοι συγγραφείς παιδικών βιβλίων που ακολουθούν αυτές τις τάσεις είναι η ταυτόχρονη απότιση σεβασμού τόσο απέναντι στην ιστορική αλήθεια όσο και στην ανάγκη του αναγνώστη, και κυρίως του μικρού αναγνώστη, για ευτυχές τέλος (Κανατσούλη, 2014). Η Hamida Bosmajian (2002) ωστόσο θεωρεί ότι, αν και τα παιδιά επιζητούν το αισιόδοξο τέλος, μια ελπιδοφόρα αφήγηση μπορεί να είναι άτοπη, ειδικά όταν καλείται να αναπαραστήσει την κτηνώδη εξόντωση του Ολοκαυτώματος, ενώ η προστατευτική αυτό-λογοκρισία του συγγραφέα αντιστρατεύεται την αληθοφάνεια που διεκδικεί η αφήγηση. Συνεπώς, το μεγάλο διακύβευμα του να μιλά ένας συγγραφέας για το Ολοκαύτωμα σε μικρά παιδιά, έγκειται στην εύρεση του κατάλληλου βαθμού αυτό-λογοκρισίας, που μπορεί να ελαχιστοποιεί το μέγεθος της θρηνωδίας, τις συνθήκες βίας και των βασανιστηρίων, χωρίς ωστόσο να αποκρύπτει το αληθινό πρόσωπο και τους φορείς του κακού, και παράλληλα να αποτίει τιμητικές δάφνες στην ιστορική αλήθεια και στη μνήμη των αδικοχαμένων θυμάτων, που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Από την άλλη, αν δεν μπορούμε τελικά να μιλήσουμε για το «ανείπωτο», υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να το από-σιωπήσουμε. H Lydia Kokkola (2003), εξετάζοντας την αναπαραστατική δύναμη της αφηγηματικής σιωπής, θα μιλήσει για τις τεχνικές αποσιώπησης της ολικής ιστορικής αλήθειας, που αμβλύνουν την οδύνη της επαναβίωσης του τραύματος. Πιο συγκεκριμένα, διακρίνει τη χρονολογική μετατόπισηόταν μέρος της ιστορίας αποκαλύπτεται ετεροχρονισμένα σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, τη διάχυση της πληροφορίας, όταν αποκρύπτονται πληροφορίες και υπάρχουν
ανοιχτά κενά και χάσματα στην αφήγηση, την προσωρινή αναίρεση της πληροφορίας, όταν αυτή δεν είναι μέρος της πλοκής αλλά σημαντική για την κατανόηση της αφήγησης, και τέλος τη μόνιμη αναίρεση της πληροφορίας, όταν αυτή αποκρύπτεται σε όλη την έκταση της αφήγησης. Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο το παιδί κατανοεί (ή δυσκολεύεται να κατανοήσει) το τραύμα, τον θρήνο, την απώλεια, δεσμεύεται από το γνωστικό, συναισθηματικό και σωματικό αναπτυξιακό του στάδιο (Herbet, 2004). Ειδικότερα, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας ανήκουν στο, κατά τον Piaget, προεννοιολογικό στάδιο και έχουν περιορισμένη αίσθηση του χρόνου, που σημαίνει ότι δεν αντιλαμβάνονται το αμετάκλητο και μη αναστρέψιμο του θανάτου. Πιστεύουν δηλαδή ότι μπορεί ως δια μαγείας να συναντήσουν ξανά κάποιον που έχει φύγει από τη ζωή. Ακόμα, η προσέγγιση τού ιστορικού παρελθόντος είναι γι’ αυτά μακρινή και μη ρεαλιστική σε σχέση με το τωρινό προστατευμένο περιβάλλον τους, ενώ ο εγωκεντρισμός τους μπορεί να τους κάνει να θεωρήσουν το κακό αποτέλεσμα δικής τους υπευθυνότητας (Πρεβεζάνου, 2011).
[...]
Αργυρώ Πιπίνη, Ζάζα, Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης, Καλειδοσκόπιο,
Αθήνα 2021
Η Ζάζα της Αργυρώς Πιπίνη, το πιο πρόσφατο από τα υπό εξέταση βιβλία, είναι ίσως και το πιο τολμηρό και αποκαλυπτικό σε σχέση με το αιχμηρό θέμα που πραγματεύεται, αυτό του Ολοκαυτώματος.
Αυτό συμβαίνει γιατί, με αφηγηματική τόλμη η συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τοποθετεί σε πρώτο πλάνο την απώλεια και προβάλλει χωρίς εξωραϊστικά ψιμύθια το αληθινό πρόσωπο του κακού, γιατί πιστεύει ότι, αν τα παιδιά δεν το γνωρίσουν, δεν θα μπορέσουν να υπερασπιστούν την αποφυγή της επάνοδού του. Η επιλογή αυτή απηχεί την άποψη της Bosmajian (2002), η οποία αναρωτιέται πώς θα αποφευχθεί η επανάληψη των φρικαλεοτήτων, αν δεν γνωρίσει το παιδί την πραγματική πηγή προέλευσης του κακού. Με υπευθυνότητα απέναντι στην ιστορική αλήθεια και με σεβασμό στη μνήμη των αδικοχαμένων θυμάτων, μας συστήνει την κατάθεση μιας αυτόπτη και αυτήκοης μάρτυρα των γεγονότων, της κούκλας Ζάζας. Οι διακειμενικές αναφορές, επισημασμένες με πλαγιασμένη γραμματοσειρά, προέρχονται από εμβληματικά κείμενα της ενήλικης λογοτεχνίας για το Ολοκαύτωμα και αποδεικνύουν ότι, πέρα από την πρώτη του ανάγνωση, το κείμενο επιφυλάσσει βαθύτερες διασυνδέσεις για τον κρυμμένο ενήλικα συν-αναγνώστη. 
Η πλοκή αφορμάται από τη μνημονική αναπόληση της κούκλας-αφηγήτριας, η οποία μέσα από ένα ασφαλές αφηγηματικό παρόν αναμοχλεύει τις τραυματικές μνήμες που έζησε σε κάποιο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Ένας νυχτερινός εφιάλτης την έκανε να θυμηθεί το μεγάλο δωμάτιο με τα παιχνίδια όπου την τοποθέτησαν, όταν χωρίστηκε από την πρώτη κάτοχό της, τη νεαρή εβραιοπούλα Εστρέα. Εκεί μαζί με τα τρενάκια, τα μολυβένια -και ακίνδυνα εν προκειμένω- στρατιωτάκια, τα αρκουδάκια και τα στολίδια δέντρων έβλεπε όλα όσα συμβαίνανε στο στρατόπεδο, αλλά δεν μπορούσε να τα ομολογήσει τότε, γιατί ο ρόλος της τότε ήταν να φυλάει μυστικά. Τώρα όμως έχει σωθεί και μπορεί πια να μιλήσει ελεύθερα. Οι υπαινιγμοί αυτοί για το τι πραγματικά συνέβη στο στρατόπεδο θα διασαφηνιστούν παρακάτω. Επί σειρά ετών η Ζάζα έβλεπε τα τρένα να αποβιβάζουν κόσμο και να φεύγουν άδεια. Οι εποχές, που διαδέχονταν η μία την άλλη και τα χρόνια που περνούσαν, δίνουν, μέσα στην πληθυντικότητά τους, την αίσθηση της ατέρμονης διαιώνισης. Χωρίς διάθεση ωραιοποίησης η Ζάζα παραδέχεται με αφοπλιστική αφηγηματική ειλικρίνεια ότι έβλεπε ανθρώπους, αγνώστους και φίλους, μικρούς και μεγάλους, να χάνονται και να γίνονται πυκνά σύννεφα καπνού, υπαινισσόμενη βέβαια τις μαζικές θανατώσεις στα κρεματόρια και τους θαλάμους αερίων.
Στη συνέχεια, η Ζάζα μάς οδηγεί σε μια προγενέστερη εγκιβωτισμένη αφήγηση, αναδρομή από τη στιγμή του αποχωρισμού της από την Εστρέα, όταν της έραψαν ένα πολύτιμο δαχτυλίδι στο παλτό της και την τοποθέτησαν στη βαλίτσα με τις φωτογραφίες, οι οποίες συνιστούν αρχετυπικό σύμβολο μνήμης και σημείο επαφής με το παρελθόν. Οι στρατιώτες με τα φορτηγά και τα μαύρα παλτά κατέφθασαν, καταμέτρησαν τα μέλη της ευκατάστατης εβραϊκής οικογένειας και τους οδήγησαν στα τρένα για την Πολωνία.
Τότε η Ζάζα, κατά τη διάρκεια του φρικτού ταξιδιού, παρακολουθούσε τα πάντα από τον υπερυψωμένο χώρο των αποσκευών. Οι επιβάτες ήταν τόσο στριμωχτά στοιβαγμένοι, που η Εστρέα δεν είχε δική της θέση και καθόταν στους ώμους του πατέρα της. Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι προσεύχονταν, κάποιοι προσπαθούσαν να αποδράσουν. Ο παππούς, η θεία και η νταντά τους «χάθηκαν» κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Όταν έφτασαν, οι άνδρες με τις βέργες και τις άγριες φωνές τούς χώρισαν και οδήγησαν την Εστρέα και τη μαμά της μακριά από τον μπαμπά και τον αδελφό της, προφανώς κατά τον διαχωρισμό των κρατούμενων σε άνδρες και γυναίκες, σε ικανούς και μη για εργασία. Έπειτα, χωρίστηκε και η κούκλα από την υπόλοιπη οικογένεια και βρέθηκε στο δωμάτιο με τα άλλα παιχνίδια. Εκεί συνάντησε τις κούκλες των υπόλοιπων αιχμαλώτων, όπως το μονόφθαλμο αρκουδάκι Όττο και την κούκλα-μωρό της Χάννα, που ίσως ανακαλούν στο μυαλό των υποψιασμένων αναγνωστών άλλες γνωστές ιστορίες για το Ολοκαύτωμα.Οι κούκλες αυτές ήταν τραυματισμένες και ακρωτηριασμένες, αφού έφεραν στο σώμα τους τις πληγές της ναζιστικής φρικαλεότητας. Όλα τα παιχνίδια λοιπόν, εγκαταλειμμένα και εκτεθειμένα στην καθημερινή θέαση του θανάτου, επιφορτίστηκαν άθελά τους τον ρόλο να φυλάνε μυστικά, τα μυστικά του στρατοπέδου.
Στο μεταξύ, η Ζάζα δεν έπαψε να αναζητά την Εστρέα, μέχρι που κάποτε κατάφερε να τη δει. Ασθενική, αποστεωμένη, χωρίς μαλλιά, με το κίτρινο άστρο στην καρδιά της, πήρε τη θέση της στην ουρά για εργασία. Η κούκλα άρχισε να τη φωνάζει, αλλά η Εστρέα δεν την άκουσε. Αυτή όμως δεν ήταν η τελευταία τους συνάντηση. Έπειτα από πολλά χρόνια, στο Μουσείο παιχνιδιών των θυμάτων του ναζισμού μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά, η Εστρέα, συνοδευόμενη από τα παιδιά και τα εγγόνια της, θα αναγνωρίσει την παλιά της κούκλα, τη Ζάζα. Η αισιόδοξη επανένωσή τους προσφέρει στο κείμενο την επιζητούμενη αναγνωστική λύτρωση, ενώ παράλληλα η παρουσία των παιδιών και των εγγονιών της εξασφαλίζει τη διαιώνιση της μνήμης στις επόμενες γενιές. Το τελευταίο δισέλιδο του βιβλίου απευθύνεται στον ενήλικα συν-αναγνώστη, όπου αξιοποιείται ένας μη λογοτεχνικός και πληροφοριακός λόγος, για να ευαισθητοποιήσει και να ενημερώσει το κοινό σχετικά με τον άδικο θάνατο ενάμισι εκατομμυρίου παιδιών κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Σε αυτό το κείμενο δεν συμπεριλαμβάνονται πια μυθοπλαστικά στοιχεία ούτε εικονογραφημένες δημιουργίες του Πέτρου Μπουλούμπαση, αλλά αληθινά ιστορικά ντοκουμέντα και φωτογραφίες, που επιτρέπουν την άμεση και αδιαμεσολάβητη επαφή των αναγνωστών με την εποχή των ναζιστικών διώξεων.
Το σκηνικό δράσης της ιστορίας παραμένει ασαφές μέσα στην ανωνυμία του, αλλά όχι απροσδιόριστο. Η ιστορία ξεκινάει από το μουσείο έκθεσης παιχνιδιών των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, για να μας μεταφέρει μέσω αναδρομών στο σπίτι της εβραϊκής οικογένειας, προφανώς σε κάποια από τις ευρωπαϊκές χώρες που κατέκτησαν τα χιτλερικά στρατεύματα, και από εκεί στα τρένα που οδηγούν στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης και εξόντωσης της Πολωνίας. Ο χρόνος κινείται ανάμεσα σε ένα ασφαλές και ειρηνικό αφηγηματικό παρόν και σε ένα τραυματικό παρελθόν φρίκης και τρόμου, αυτό του ναζιστικού Ολοκαυτώματος (1941-1945), στο οποίο οδηγούμαστε μέσω αναδρομικών αφηγήσεων, που διαρρηγνύουν τη γραμμική ροή της αφήγησης. Η χρονολογική μετατόπιση της ετεροχρονισμένης αφήγησης, αν και μπορεί να δυσκολέψει την παρακολούθηση από το παιδί, εν τέλει απαλύνει το τραύμα από την ένταση της επαναβίωσής του, όταν ακόμα οι πληγές του θα ήταν νωπές (Kokkola, 2003).
Η εικονογράφηση επιτείνει τη δραματική ένταση και τη συναισθηματική φόρτιση των αφηγούμενων γεγονότων, με τον δημιουργό να επικεντρώνεται στον παιδικό κόσμο και όχι τον εμπόλεμο κόσμο των ενηλίκων. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται η μορφή της Εστρέας, θλιμμένης, προβληματισμένης και με κλειστά τα μάτια της, ωστόσο τίποτα δεν προοιωνίζει ακόμα τη διαπραγμάτευση της θεματικής του Ολοκαυτώματος στο εσωτερικό του βιβλίου. Σχεδόν όλες οι υπόλοιπες εικόνες αναπαριστούν τη Ζάζα και τον κόσμο των παιχνιδιών και όχι τα στρατόπεδα, τους φύλακες, τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις. Η Ζάζα απεικονίζεται αγέλαστη, με τη λόγχη ενός μολυβένιου στρατιώτη καταπάνω της ή στην αγκαλιά της Εστρέας λίγο πριν μπει στη βαλίτσα. Η σουρεαλιστική απεικόνιση του ψαριού κάτω από μία ομπρέλα απηχεί τα ευφάνταστα παιχνίδια της Εβραιοπούλας, η οποία φορά πια ριγέ ρούχα και κίτρινο άστρο. Η μοναδική εικονογράφηση του στρατοπέδου συγκέντρωσης είναι κρυπτική, αφού παρουσιάζει αποσπασματικά έναν μαύρο τοίχο και κάποια γυμνά κλαδιά από τους λεπτούς κορμούς των δέντρων του προαυλίου, σκόπιμη επιλογή που περιορίζει τα όρια της αναπαράστασης, αλλά δημιουργεί μια επιβλητική ατμόσφαιρα. Ο διακεκομμένος και κατακερματισμένος χαρακτήρας της εικονιστικής αφήγησης προσιδιάζει στη φύση του τραύματος που επιζητά τη διεσπαρμένη αφηγηματική φωνή (Whitehead, 2004). Στην
καταληκτική εικονογραφική αποτύπωση, απεικονίζονται δυο χέρια που πλησιάζουν να αγγιχτούν. Σύμφωνα με την αφήγηση, υποθέτουμε ότι πρόκειται για το χέρι της Εστρέας που έπειτα από χρόνια ξαναβρίσκει την παιδική της κούκλα, αλλά συμβολικά η εικόνα αυτή θα μπορούσε να αναχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ερμηνευτικών σημασιοδοτήσεων (πχ. το χέρι του παρελθόντος που ενώνεται με το χέρι του παρόντος, το τραυματικό βίωμα που οδεύει προς την επούλωσή του, η μνήμη που ενώνεται με το τραύμα κλπ.)
Ο ρόλος της αφήγησης στο βιβλίο επαφίεται σε ένα ανθρωποποιημένο αντικείμενο, μια κούκλα, φορέας της ιστορικής αλήθειας και της συλλογικής μνήμης, η οποία μας διηγείται με εχέγγυα αυτόπτη μάρτυρα όσα έζησε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η εσωτερική εστίαση που οδηγεί αμεσότερα τον αναγνώστη στην ταύτιση με τον αφηγητή δεν θα του εμφυσήσει την αγωνία για την επιβίωση, γιατί η αφήγηση τηρεί αποστάσεις ασφαλείας από το εμπόλεμο παρελθόν, από το οποίο γνωρίζουμε εξαρχής ότι η αφηγήτρια έχει καταφέρει να διασωθεί και τοποθετεί το παρόν της σε ένα ασφαλές και ειρηνικό hic et nunc. Εξάλλου, χρέη αφήγησης αναλαμβάνει όχι η υπό διωγμό ηρωίδα, αλλά η κούκλα της, δηλαδή μια μάρτυρας των γεγονότων και όχι το ίδιο το θύμα. Παράλληλα, η περιορισμένη εμβέλεια της εσωτερικής οπτικής γωνίας απαλλάσσει τη συγγραφέα από την υποχρέωση να μιλήσει για τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις των θυμάτων, που δεν εμπίπτουν στο αντιληπτικό πεδίο της αφηγήτριας-μάρτυρα. Η κατάθεσή της γίνεται τελικά μια μαρτυρία που αποσκοπεί στη διατήρηση του Ολοκαυτώματος στη μνήμη της ανθρωπότητας.
Συμπεράσματα
Με βάση τα παραπάνω, τα κείμενα που εξετάστηκαν τοποθετούν στο θεματικό τους επίκεντρο το ιστορικό γεγονός του Ολοκαυτώματος και παρακολουθούν ιστορίες οικογενειών που υπέστησαν διώξεις, βρέθηκαν σε κίνδυνο, φυλακίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (με εξαίρεση τα Κίτρινα καπέλα, όπου η πρωταγωνιστική οικογένεια διασώθηκε) και έχασαν πολλά από τα μέλη τους. Η μεγέθυνση του κοιτάσματος της φρίκης που προξένησαν η βιομηχανοποίηση των μαζικών θανατώσεων και η απανθρωποίηση και πλήρης απαξίωση των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, οδήγησαν στην ανάδυση ενός νέου λογοτεχνικού πεδίου που περιλαμβάνει κείμενα σχετικά με οριακά γεγονότα ακραίας βίας, τη «λογοτεχνία της θηριωδίας», η οποία ξεπερνά τα όρια της «λογοτεχνίας του τραύματος», καθώς δεν επιδιώκει τη –μάλλον αδύνατη– συμφιλίωση με το εκάστοτε φρικτό γεγονός, αλλά αναμετρά τις αντοχές της στην αναπαράσταση και επούλωσή του.
Και τα τρία υπό εξέταση κείμενα επιστρατεύουν αφηγηματικές, εικονογραφικές και υφολογικές τεχνικές, ώστε να ελέγξουν και να συγκρατήσουν σε ανεκτά για τον μικρό αναγνώστη επίπεδα το μέγεθος της φρίκης, χωρίς όμως να το εξωραΐζουν. Επί παραδείγματι, στο Δέντρο βλέπει και στη Ζάζα δεν αναλαμβάνει χρέη αφήγησης κάποιο από τα θύματα του Ολοκαυτώματος, που έχει βιώσει εκ των έσω την απειλή, τον διωγμό και τα βασανιστήρια. Αντίθετα, πατώντας στο πρότυπο του Tomi Ungerer (Otto, 1999), ο ρόλος του αφηγητή ανατίθεται σε κάποιον από τους αυτόπτες μάρτυρες, των οποίων την επιβίωση γνωρίζουμε εξαρχής και οι οποίοι προσωποποιούνται και ζουν από κοντά τις ιστορίες των αδικοχαμένων θυμάτων. Σαν αποτέλεσμα της αλληλοδιηγητικής αφήγησης ο μικρός αναγνώστης δεν ταυτίζεται με το υπό διωγμό θύμα και δεν συναισθάνεται άμεσα την αγωνία της καταδίωξης και τον πόνο των βασανιστηρίων, αλλά συγχρόνως γνωρίζει το πρόσωπο του κακού και τις τεχνικές των φορέων του. Επίσης, η περιορισμένης εμβέλειας αφηγηματική οπτική απαλλάσσει τον συγγραφέα από την ανάγκη της καταγραφής των βασανιστηρίων και των βίαιων τρόπων θανάτωσης των θυμάτων. Στη Ζάζα, με περισσή αφηγηματική τόλμη, το κακό αποκτά πολύ συγκεκριμένες διαστάσεις και παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια των παιδιών μέσα από τις φιγούρες των ανδρών με τα μαύρα παλτά, τις στολές, τις άγριες φωνές, τις βέργες και τα φορτηγά. Από την άλλη, στα Κίτρινα καπέλα, η αφήγηση προστατεύει τα παιδιά από την ένταση των φρικαλεοτήτων μέσω της ανοικείωσης που συνεπάγεται η αλληγορική τεχνική, κατά την οποία αξιοποιούνται ανθρωπόμορφα ζώα, για να αναπαραστήσουν τις οδυνηρές ανθρώπινες εμπειρίες της θλιβερής ιστορικής πραγματικότητας. Ως προς τον χώρο εκτύλιξης της ιστορίας, παρατηρούμε ότι στο Δέντρο Βλέπει και τα Κίτρινα Καπέλα αυτός απομακρύνεται από το φλέγον πεδίο της μάχης, από την πρώτη γραμμή των συρράξεων και από τους χώρους βασανιστηρίων, για να μεταφερθεί σε κρησφύγετα, σε προσωρινούς τόπους απόδρασης και διαφυγής, χώροι στους οποίους ο πόλεμος και ο θάνατος πλανώνται μόνο σαν απειλή. Μόνο στην περίπτωση της Ζάζας η πλοκή μας μεταφέρει με τόλμη στο εσωτερικό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, αλλά και αυτό συμβαίνει από την οπτική του δωματίου των παιχνιδιών που δεν έχει ορατότητα στους χώρους βασανιστηρίων και εξόντωσης. Επιπλέον, στο Δέντρο βλέπει και τη Ζάζααξιοποιείται σαν κυρίαρχη τεχνική αποσιώπησης της ολικής ιστορικής αλήθειας η
χρονολογική μετατόπιση, αφού οι ιστορίες αποκαλύπτονται ετεροχρονισμένα από ένα
ασφαλές μεταγενέστερο χρονικό σημείο, τεχνική που ανακουφίζει την ένταση του βιωμένου τραύματος. Έτσι, οι ιστορίες τοποθετούνται σε ασφαλή περιβάλλοντα, αλλά όχι ανέφελα, μιας και ο θάνατος εξακολουθεί να είναι παρών, ακόμα και εν ειρήνη, και εξοικειώνει τους νεαρούς αναγνώστες με το εφήμερο της ανθρώπινης ζωής.
Πηγή: