Ευαγγελία Ντούπα | Το ημίφως της αλήθειας - Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου "Ανακρίνοντας το σκοτάδι" | 3 Ιουλίου 2026

Ευαγγελία Ντούπα, φιλόλογος, υποψήφια Δρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΕΚΠΑ
Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στο Public Συντάγματος, 03/07/2026
Το ημίφως της αλήθειας
Μύθος, πολυφωνία και ερμηνεία στο Ανακρίνοντας το σκοτάδι
του Σπύρου Κακατσάκη
Κάθε φορά που ολοκληρώνω ένα βιβλίο, συνηθίζω να επιστρέφω στην πρώτη του σελίδα. Όχι από περιέργεια, αλλά γιατί πιστεύω πως η αρχή αποκαλύπτεται μόνο όταν έχει προηγηθεί το τέλος. Τα βιβλία, όπως και οι άνθρωποι, δεν συστήνονται πραγματικά όταν τα γνωρίζουμε· συστήνονται όταν τα αποχαιρετούμε.
Έτσι συνέβη και με το Ανακρίνοντας το σκοτάδι.
Όταν έκλεισα το βιβλίο, δεν κράτησα στη μνήμη μου την ταυτότητα του ενόχου ούτε τη διαδρομή της ανακρίτριας προς τη λύση του μυστηρίου. Εκείνο που επέστρεφε επίμονα στη σκέψη μου ήταν μια αίσθηση, σχεδόν σωματική, ότι είχα διασχίσει έναν τόπο όπου τίποτε δεν ήταν απολύτως φωτεινό και τίποτε απολύτως σκοτεινό. Έναν κόσμο που δεν κατοικείται από βεβαιότητες αλλά από ημίφωτα.
Και τότε κατάλαβα ότι ίσως αυτό να είναι το πραγματικό τοπίο του βιβλίου.
Όχι η Πύρινδος. Αλλά το ημίφως.
Γιατί εκεί, στις παρυφές του φωτός, οι μορφές χάνουν την αυστηρότητα των περιγραμμάτων τους, οι σκιές παύουν να είναι απλώς απουσία φωτός και μετατρέπονται σε χώρο ερμηνείας. Εκεί όπου τίποτε δεν φαίνεται ολόκληρο, γεννιέται η ανάγκη της αφήγησης. Και ίσως γι' αυτό κάθε μεγάλη λογοτεχνία αρχίζει όχι από εκείνα που γνωρίζουμε, αλλά από εκείνα που ακόμη αδυνατούμε να εξηγήσουμε.
Θα ήθελα να καταθέσω και κάτι ακόμη.
Υπάρχουν περιοχές όπου το τοπίο γίνεται χαρακτήρας. Όπου η ομίχλη δεν αποτελεί καιρικό φαινόμενο αλλά ψυχική κατάσταση. Όπου η απόσταση ανάμεσα στα σπίτια είναι μικρότερη από την απόσταση ανάμεσα στις σιωπές. Η Πύρινδος είναι ένας τέτοιος τόπος. Δεν υπάρχει στον χάρτη.
Κι όμως διαθέτει μνήμη. Διαθέτει χρόνο. Διαθέτει εσωτερική βιογραφία. Είναι ένας από εκείνους τους λογοτεχνικούς τόπους που δεν φιλοξενούν απλώς τα γεγονότα, αλλά τα γεννούν. Και οι τόποι που γεννούν ιστορίες σπάνια μένουν μόνοι τους. Κουβαλούν πάντοτε τα ίχνη παλαιότερων αφηγήσεων, σαν υπόγεια στρώματα μνήμης που εξακολουθούν να τροφοδοτούν το παρόν. Έτσι διάβασα και την παρουσία του μύθου στο βιβλίο. Τα ονόματα Ιοβάτης, Φιλονόη και Βελλεροφόντης δεν αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, μια απλή λόγια επίδειξη ούτε μια διακριτική φιλολογική αναφορά. Λειτουργούν ως μνημονικά ίχνη μιας παράδοσης που εξακολουθεί να συνομιλεί με τη σύγχρονη λογοτεχνία. Στον αρχαίο λυκιακό κύκλο ο Βελλεροφόντης καλείται να αντιμετωπίσει τη Χίμαιρα· στο μυθιστόρημα του Κακατσάκη οι ήρωες δεν έρχονται αντιμέτωποι με μυθικά τέρατα, αλλά με τις χίμαιρες της ανθρώπινης ύπαρξης: την ενοχή, τη φιλοδοξία, την εξουσία, την αυταπάτη, την ανάγκη να επιβάλει κανείς τη δική του εκδοχή της αλήθειας. Ο μύθος δεν επαναλαμβάνεται· μετασχηματίζεται. Εγκαταλείπει τον χώρο του θαυμαστού για να κατοικήσει μέσα στις ρωγμές της καθημερινότητας. Και έτσι, χωρίς να γίνεται ποτέ διδακτικός ή επιδεικτικός, ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες αφηγήσεις του ανθρώπου δεν χάνονται· αλλάζουν πρόσωπα, αλλάζουν τόπους, αλλά εξακολουθούν να θέτουν τα ίδια ερωτήματα για την ευθύνη, την ύβρη, τη γνώση και το τίμημα της αλήθειας.
Ίσως γι' αυτό τα μυθικά αυτά ονόματα λειτουργούν και με έναν δεύτερο, βαθύτερο τρόπο. Δεν παραπέμπουν μόνο σε πρόσωπα της αρχαίας παράδοσης· υποβάλλουν μια συγκεκριμένη στάση ανάγνωσης. Όπως ο μύθος δεν εξαντλείται ποτέ σε μία μόνο ερμηνεία, έτσι και το Ανακρίνοντας το σκοτάδι αντιστέκεται σε κάθε οριστική ετυμηγορία. Ο αναγνώστης δεν καλείται απλώς να αναγνωρίσει τις μυθολογικές αναφορές· καλείται να κατανοήσει ότι και η σύγχρονη πραγματικότητα εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τα ίδια διαχρονικά ερωτήματα που απασχόλησαν τον μύθο: ποιος κατέχει τη γνώση, ποιος δικαιούται να αποδώσει δικαιοσύνη, ποιο είναι το όριο ανάμεσα στην αλήθεια και στην ερμηνεία της.
Δεν γνωρίζω αν ο Σπύρος Κακατσάκης είχε στον νου του τη Νέκυια της Οδύσσειας όταν επέλεγε τον τίτλο του. Ξέρω όμως πως ο αναγνώστης που έχει διατρέξει τις σχετικές σελίδες δύσκολα αντιστέκεται στον πειρασμό της σύγκρισης. Από τη στιγμή που ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για να συναντήσει τον Τειρεσία, αποδεχόμαστε το γεγονός ότι υπάρχουν αλήθειες οι οποίες δεν αποκαλύπτονται στο φως. Προϋποθέτουν μια κάθοδο. Μια δοκιμασία. Μια παραμονή στο σκοτάδι. Δεν είναι το σκοτάδι που γεννά την αλήθεια· είναι, όμως, ο τόπος όπου η αλήθεια παύει να είναι αυτονόητη.
Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσαν και οι σύντομες φράσεις που σφραγίζουν τις επιμέρους ενότητες του βιβλίου. Στην πρώτη ανάγνωση μοιάζουν με αποφθέγματα ή σύντομα επιμύθια· όσο όμως προχωρεί η αφήγηση γίνεται φανερό ότι η λειτουργία τους είναι βαθύτερη. Δεν σχολιάζουν όσα προηγήθηκαν ούτε προαναγγέλλουν όσα ακολουθούν. Στέκονται ανάμεσα στις ιστορίες σαν μικρές νησίδες σιωπής, όπου η αφήγηση αναστέλλεται για να μπορέσει να ακουστεί ο στοχασμός. Θυμίζουν, κατά κάποιον τρόπο, τη λειτουργία του Χορού στην αρχαία τραγωδία· δεν συμμετέχουν άμεσα στη δράση, αλλά της προσδίδουν βάθος, ρυθμό και ηθική διάσταση. Είναι οι στιγμές όπου ο συγγραφέας μοιάζει να αποσύρεται από την πλοκή για να εμπιστευθεί στον αναγνώστη μια σκέψη, μια αμφιβολία ή έναν υπαινιγμό. Και ίσως εκεί, μέσα σε αυτές τις μικρές παύσεις, να κατοικεί ένα μέρος από το πραγματικό σκοτάδι του βιβλίου: όχι εκείνο που κρύβει τα γεγονότα, αλλά εκείνο που μας υποχρεώνει να τα σκεφτούμε.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Σπύρου Κακατσάκη, αισθάνθηκα πολλές φορές πως δεν παρακολουθούσα μια ανακριτική διαδικασία αλλά εμπλεκόμουν σε μια διαρκή άσκηση ερμηνείας. Η ανακρίτρια ερμηνεύει τα στοιχεία, ο δημοσιογράφος ερμηνεύει τα γεγονότα, ο δικηγόρος ερμηνεύει τον νόμο, οι κάτοικοι της Πυρίνδου ερμηνεύουν τις ζωές των άλλων και, τελικά, ο ίδιος ο αναγνώστης καλείται να ερμηνεύσει όλους τους υπόλοιπους. Κανείς δεν κατέχει την αλήθεια· όλοι συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της. Η πραγματικότητα, επομένως, δεν εμφανίζεται ως ενιαίο οικοδόμημα, αλλά ως ένα ψηφιδωτό, του οποίου οι ψηφίδες αποκτούν νόημα μόνο όταν ο αναγνώστης επιχειρήσει να τις συνδέσει μεταξύ τους. Και ίσως εδώ να βρίσκεται το ουσιαστικότερο αφηγηματικό επίτευγμα του Σπύρου Κακατσάκη. Η αλήθεια δεν προηγείται της αφήγησης· γεννιέται μέσα από αυτήν. Δεν υπάρχει κάπου ακέραιη, περιμένοντας να αποκαλυφθεί από την επιμονή της ανακρίτριας ή την οξυδέρκεια του αναγνώστη. Κυκλοφορεί κατακερματισμένη μέσα στις επιμέρους ιστορίες των προσώπων, μεταβάλλεται καθώς αλλάζει το βλέμμα εκείνου που αφηγείται, φωτίζεται και συγχρόνως σκιάζεται από τη μνήμη, την ενοχή, τον φόβο, την επιθυμία. Η εξαφάνιση που κινητοποιεί την πλοκή μοιάζει, τελικά, να λειτουργεί ως αφορμή για να αποκαλυφθεί μια βαθύτερη έλλειψη: η αδυναμία του ανθρώπου να κατακτήσει μια απολύτως αντικειμενική αλήθεια. Πρωταγωνιστής είναι εκείνη η εύθραυστη περιοχή όπου το φως δεν έχει ακόμη νικήσει το σκοτάδι και το σκοτάδι δεν έχει ακόμη καταπιεί το φως· εκείνο το ημίφως όπου γεννιούνται οι πιο δύσκολες αλήθειες. Και ίσως αυτό να αποτελεί τη βαθύτερη ηθική πρόταση του βιβλίου: ότι ο άνθρωπος δεν κατοικεί μέσα στις βεβαιότητές του, αλλά στις ερμηνείες που τολμά να αναθεωρεί.
Οι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο επιλέγουν να συνοδεύσουν το βιβλίο με μια φράση που μοιάζει να συνοψίζει την υπόσχεση κάθε αστυνομικού μυθιστορήματος: «Κάθε υπόθεση κρύβει μια αλήθεια. Το δύσκολο είναι να την ανακαλύψεις». Όμως, καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση, είχα ολοένα και εντονότερα την αίσθηση ότι το βιβλίο αντιστέκεται στην ίδια του την υπόσχεση. Γιατί δεν υπάρχει μία αλήθεια που περιμένει υπομονετικά να αποκαλυφθεί. Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν τις δικές τους αλήθειες, άλλοτε ως βάρος, άλλοτε ως άμυνα, άλλοτε ως πληγή. Και τότε η ανακριτική διαδικασία παύει να είναι η πορεία προς μια βεβαιότητα. Μετατρέπεται σε μια επίπονη μαθητεία στην αμφιβολία.
Ίσως γι' αυτό στάθηκα τόσο στη φράση που συναντά ο αναγνώστης προς το τέλος του βιβλίου:
«Δεν είναι μονοδιάστατη η αλήθεια ούτε μονόπλευρη η ζωή.»
Δεν τη διάβασα ως επίλογο. Τη διάβασα ως εξομολόγηση του ίδιου του μυθιστορήματος. Σαν να αφήνει για λίγο ο συγγραφέας τους ήρωές του να σωπάσουν, για να ακουστεί η βαθύτερη φωνή του έργου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ένιωσα πως όσα είχαν προηγηθεί ανασυντάσσονταν διαφορετικά μέσα μου. Οι διάλογοι, οι σιωπές, οι ανατροπές, ακόμη και οι πιο μικρές λεπτομέρειες αποκτούσαν μια νέα βαρύτητα. Δεν υπηρετούσαν απλώς την πλοκή· υπηρετούσαν μια σκέψη για τον άνθρωπο.
Η εμπειρία της ανάγνωσης υπήρξε για μένα και μία επιστροφή. Κατάγομαι από την Τρίπολη, από έναν τόπο που αναπνέει τον ίδιο ορεινό αέρα με την Πύρινδο, χωρίς ποτέ να ταυτίζεται μαζί της. Και όμως, όσο προχωρούσα στις σελίδες, αισθανόμουν ότι περπατούσα σε γνώριμα τοπία. Όχι επειδή αναγνώριζα συγκεκριμένους δρόμους ή πλατείες, αλλά επειδή αναγνώριζα έναν τρόπο ύπαρξης. Τις μικρές κοινωνίες όπου οι άνθρωποι ξέρουν ο ένας το όνομα του άλλου, αλλά όχι πάντοτε τη μοναξιά του. Εκεί όπου η φήμη προηγείται της είδησης, η κρίση προηγείται της γνώσης και η σιωπή γίνεται συχνά πιο εύγλωττη από τον λόγο.
Η Πύρινδος δεν υπάρχει. Ίσως όμως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια της. Γιατί υπάρχουν τόποι που δεν κατοικούν πάνω στη γη αλλά μέσα στη μνήμη. Τόποι που δεν τους αναζητούμε στον χάρτη αλλά στον εαυτό μας. Ο Gaston Bachelard[1] έγραφε πως ο χώρος γίνεται ποιητικός όταν μετατρέπεται σε κατοικία της ψυχής. Έτσι ένιωσα και την Πύρινδο: όχι ως σκηνικό μιας ιστορίας, αλλά ως τόπο όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα ίχνη του φόβου, της ενοχής, της επιθυμίας και της ελπίδας τους
Και ίσως γι' αυτό η αφήγηση αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει έναν μόνο δρόμο. Προχωρεί όπως προχωρεί το φως μέσα σ' ένα δάσος: πέφτει σε μικρές κηλίδες, φωτίζει για λίγο ένα πρόσωπο, ύστερα το αφήνει και συνεχίζει προς κάποιο άλλο. Η ανακρίτρια, ο δημοσιογράφος, ο δικηγόρος, οι άνθρωποι στην Πύρινδο δεν διαδέχονται ο ένας τον άλλον· συνυπάρχουν. Ο καθένας κρατά ένα μικρό θραύσμα της πραγματικότητας, όπως κρατά κανείς ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη. Και μόνο όταν ο αναγνώστης δοκιμάσει να ενώσει αυτά τα θραύσματα αρχίζει να διακρίνει το πρόσωπο της αλήθειας. Όχι ολόκληρο· αρκετό όμως για να καταλάβει ότι καμιά ανθρώπινη ιστορία δεν μπορεί να ειπωθεί από μία μόνο φωνή.
Ο Μιχαήλ Μπαχτίν,[2] αναλύοντας το πολυφωνικό μυθιστόρημα, υποστήριξε ότι η αλήθεια δεν ανήκει ποτέ αποκλειστικά σε μία συνείδηση· αναδύεται μέσα από τη συνάντηση διαφορετικών φωνών, καθεμία από τις οποίες διαθέτει τη δική της αυτονομία και τη δική της ερμηνευτική ισχύ.
Θα έλεγα μάλιστα ότι ο αναγνώστης δεν καλείται τόσο να λύσει ένα αίνιγμα όσο να συνθέσει μια κατακερματισμένη πραγματικότητα. Κάθε κεφάλαιο προσθέτει μία ακόμη ψηφίδα χωρίς ποτέ να ολοκληρώνει το ψηφιδωτό. Κάθε αφήγηση αποκαλύπτει και ταυτόχρονα αποκρύπτει. Και αυτή ακριβώς η εκκρεμότητα συνιστά τη βαθύτερη ηθική του βιβλίου: μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε τη βολική ψευδαίσθηση της μοναδικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτόν η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται στο τέλος του βιβλίου· προσεγγίζεται ασυμπτωτικά, μέσα από τη διαρκή συνομιλία των ιστοριών που το συναποτελούν.
Πιθανόν, αυτό να είναι, τελικά, το βαθύτερο επίτευγμα του Σπύρου Κακατσάκη. Δεν μας οδηγεί απλώς στη λύση ενός μυστηρίου· μας εκπαιδεύει να κατοικούμε μέσα στα ερωτήματα. Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις πιο ουσιαστικές λειτουργίες της λογοτεχνίας. Όχι να προσφέρει βεβαιότητες, αλλά να διευρύνει τον χώρο της ανθρώπινης κατανόησης.
Όταν έκλεισα το Ανακρίνοντας το σκοτάδι, δεν αισθάνθηκα ότι είχα βγει από το σκοτάδι. Αισθάνθηκα ότι είχα μάθει να βλέπω καλύτερα μέσα του.
[1] Bachelard, Gaston. The Poetics of Space. Translated by Maria Jolas. Boston: Beacon Press, 1964
[2] Bakhtin, Mikhail. Problems of Dostoevsky's Poetics. Edited and translated by Caryl Emerson. Minneapolis: University of Minnesota Press, 1984
Η Ευαγγελία Ντούπα είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, στο οποίο εισήχθη με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. Το 2018 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο ΕΑΠ στο πρόγραμμα «Σπουδές στην Εκπαίδευση» και το 2023 απέκτησε το δεύτερο μεταπτυχιακό της δίπλωμα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ στο πλαίσιο του προγράμματος «Ρητορική, Επιστήμες του Ανθρώπου κι Εκπαίδευση» με την εκπόνηση της διπλωματικής της εργασίας στη θεματική «Μύθος και Λογοτεχνία». Την παρούσα χρονική στιγμή εκπονεί την διδακτορική της διατριβή στο αντικείμενο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Ε.Κ.Π.Α. Εργάζεται στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 2007. Από το 2018 υπηρετεί στο 1ο Πρότυπο Γενικό Λύκειο Αθηνών – «Γεννάδειο», στο οποίο έχει την ευθύνη του Ομίλου Ρητορικής. Επιπλέον, έχει την εποπτεία πρακτικής άσκησης φοιτητών και φοιτητριών του ΠΜΣ «Θεωρία, Πράξη και Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου» ενώ είναι Συντονίστρια βαθμολογητών στα μαθήματα της Ιστορίας και των Αρχαίων Ελληνικών στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Έχει συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε ημερίδες που αφορούν τη ρητορική στη διδακτική πράξη αλλά και τη σχέση της ιστορίας με τη λογοτεχνία κι έχει δημοσιεύσει σχετικό υλικό. Είναι μέλος της ομάδας για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, της Ιστορίας και του Πολιτισμού στο ετήσιο παγκόσμιο συνέδριο της Euroclassica και της Ομηρικής Ακαδημίας. Ασχολείται με τη διοργάνωση ελληνικών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων και δράσεων, τα οποία προωθούν τη συνεργασία μαθητών και εκπαιδευτικών αλλά και συνεδρίων, ελληνόφωνων και αγγλόφωνων. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά.
In Same Category
- Elculture.gr / «Πόσα μέτρα είναι ο κόσμος μας;» / Πέπη Νικολοπούλου / 21 Μαρτίου 2025
- Beauty Days by Mary | Σπύρος Κακατσάκης - Συνέντευξη | 24 Ιουνίου 2026
- Fractal Art | Σημειώσεις Αϋπνίας | Γιάννης Δρούγος | 23 Ιουνίου 2026
- Fractal Art | Σημειώσεις Αϋπνίας | Ζέττα Μπαρμπαρέσσου | 30 Ιουνίου 2026
- Elniplex | Χωρίς Αγκάθια | Κατερίνα Τερζάκη | 3 Ιουλίου 2026