Fractalart.gr / Όταν η ιστορία γράφεται από τις οικογένειες / Γιάννης Σ. Παπαδάτος / 17 Φεβρουαρίου 2026

Το πρόσφατο βιβλίο της Φωτεινής Στεφανίδη, συμπληρώνει την τριλογία μιας ιδιότυπα ρεαλιστικής βιογραφικής αφήγησης της οικογένειάς της, που ξεκινάει από τις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνει έως τις μέρες μας. Πρόκειται για μια λογοτεχνική αφήγηση με κοινωνικά, παραδοσιακά και γενικότερα πολιτισμικά στοιχεία του μικρασιατικού ελληνισμού. Στα δύο πρώτα βιβλία της τριλογίας (Παπούτσια με λουράκι», Τζιέρι μου-1922) η συγγραφέας αποτυπώνει είτε τη δική της εμπειρία και τα πρώτα βήματά της στην τέχνη είτε τις μνήμες της γιαγιάς και τη διεισδυτική της απεικόνιση της πραγματικότητας, που συνδέεται με την καθημερινότητα και προπάντων με την περιπετειώδη ζωή της οικογένειάς της εν μέσω του τραύματος της Μικρασιατικής καταστροφής και της εγκατάστασής της στην Ελλάδα.

Στο εν λόγω τρίτο βιβλίο η συγγραφέας παρουσιάζει, παράλληλα, τη ζωή και τη διαδρομή δύο οικογενειών μέσα από αφηγήσεις που αναφέρονται σε χαρακτηριστικά στιγμιότυπα τα οποία συνθέτουν μια εικονογραφία 100 χρόνων. Τα γεγονότα παρουσιάζονται σε τέσσερις ενότητες στις οποίες οι οικογένειες ενώ αρχικά είναι άγνωστες, στη συνέχεια σμίγουν, χωρίζουν και ξανασμίγουν με οδηγό τις βουλές της ιστορίας και της τύχης. Στο Μεταξουργείο και στο Ουζμπεκιστάν ζουν δυο νέες γυναίκες, αντίστοιχα, η Μαρίκα που αργότερα θα φέρει στον κόσμο τη Σουλίτσα και η Φωτίκα που θα γεννήσει τον μικρό Γιαννιό, πατέρα της συγγραφέως και μετέπειτα σημαντικό ζωγράφο Γιάννη Στεφανίδη. Κι αρχίζει το ταξίδι της συγκεκριμένης οικογένειας στην Πόλη, με φόντο την καταστροφή της Σμύρνης και στη συνέχεια στη Ραφήνα, στις Κεχριές της Εύβοιας, στην Αθήνα, στην οδό Μιχαήλ Βόδα και μετά στην Καπλανών με τα λιγοστά για την καθημερινότητα εφόδια για την επιβίωσή της. Η πρώτη οικογένεια παρουσιάζεται σε στιγμές της καθημερινότητας αλλάζοντας κι εκείνη σπίτια και δρόμους της Αθήνας.

Στη συνέχεια, στα χρόνια της Κατοχής, συναντάμε τον Γιάννη φοιτητή στη Σχολή Καλών Τεχνών να γνωρίζεται τυχαία με τη Σουλίτσα η οποία αργότερα έγινε η σύντροφος της ζωής του. Φτιάχνει παράνομες προκηρύξεις και το γνωστό σήμα της ΕΠΟΝ. Μια κορυφαία σκηνή της αφήγησης η οποία δείχνει πώς σε δύσκολες στιγμές η ζωή και ο θάνατος είναι πολύ κοντά, είναι όταν οι δυο νέοι μετά από μια βραδιά εκδήλωσης του έρωτά τους, θα χωρίσουν κι η Σούλα θα κινδυνέψει να πέσει σε γερμανικό μπλόκο. Ο Γιάννης μόλις το έμαθε έτρεξε να διαπιστώσει αν κινδύνεψε η αγαπημένη του: «Δε μοιάζει αυτό το σπίτι να το χτύπησε κακό […] Βλέπει το φουστανάκι στο σκοινί στα δυο του μανταλάκια[…] Γλυκός κι ο δικός του ύπνος με έρωτα και θάνατο σαν της Σουλίτσας» (56).

Δυνατές είναι οι περιγραφές της φυγής του Γιάννη και της περιπλάνησής του με τον Μάνο Χατζιδάκι και άλλους, στη Βοιωτία και μετά στην Αράχωβα και στη Λαμία, προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. Η σκηνή που ο Γιάννης βοηθάει τον Μάνο είναι συγκλονιστική: «τα πόδια του τρέχουν αίμα μέσ’ από τα τρύπια παπούτσια […] Έτσι σέρνοντας, τελευταίοι της ομάδας φτάνουν στο χωριό» (σελ. 69-70). Δημιουργεί δε ένα κοντράστ συναισθημάτων με την επόμενη, σε ένα σπίτι με οικοδέσποινα μια γριά: «Μπροστά στο τζάκι […] –ξύλα ούτε γι’ αστείο- ο Μάνος έβαλε στο στόμα ένα χαρτονάκι […] κι άρχισε να σφυρίζει μια ωραία, απόκοσμη μελωδία που θαρρούσες έβγαινε από βιολί. Κι η φράση της γριάς είναι δηλωτική εκείνης της ζοφερής εποχής: «Πριν ξημερώσει, να φύγετε παιδιά μου, φοβάμαι (σελ. 70).

Ακολούθως, στο 1948, θα βρούμε τον Γιάννη εξόριστο στο Κοντοπούλι της Λήμνου μαζί με τον Ρίτσο. Είναι ξεχωριστό το παρακάτω απόσπασμα που δείχνει το πάντρεμα της ζωγραφικής και της ποίησης με αφορμή τη ζωή των εξόριστων που εμπνέονταν από το καθημερινό απλό γεγονός και ίσως απαρατήρητο σε διαφορετικές συνθήκες ζωής. Αλλά και το πώς μπορεί να δημιουργηθεί υψηλή τέχνη από μια λεπτομέρεια που μπορεί και να είναι απωθητική:

«Σαν σκοτείνιασε εκεί που θ’ άρχιζε ο Γιάννης ο ποιητής να κάνει ποίημα την εξορία, δείξανε τις ζωγραφιές τους ο ένας στον άλλον. Κι όταν είδε ο Γιάννης ο ποιητής τη νερομπογιά του Γιάννη μας με τη γαϊδουροκεφαλή τα μάτια του πήραν ένα αλλιώτικο φως, Με τη βυζαντινή γραφή του αραδιάζει τις λέξεις με σταθερό ρυθμό χωρίς να διορθώνει: :”Ανάμεσα στ’ αγκάθια και στα πεσμένα κόκκινα φύλλα / βρήκαμε μια γυμνή γαϊδουροκεφαλή- / ίσως και να ‘ναι το κεφάλι του καλοκαιρού / έτσι αφημένο στις βρεγμένες πέτρες / και γύρω κάτι μικρά γαλάζια λουλούδια / που δεν ξέρουμε τ’ όνομά τους”. Τραντάχτηκε ο Γιάννης που το λουλούδι με το σκληρό κοτσάνι ήρθε ξανά στη ζωή του…» (σελ. 76).

Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι, με διαφορετικό χρωματισμό, πρωτοπρόσωπες σημειώσεις της συγγραφέως, σε ορισμένα σημεία, που αναφέρονται σε στιγμές τού σήμερα σχετικά με τοποθεσίες ή αντικείμενα της τριτοπρόσωπης αφήγησης του παρελθόντος χρόνου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση εισέρχεται στην κύρια αφηγηματική λειτουργία από τη χρονολογία της γέννησής της (1962) με μια γενέθλια εικόνα: «Ηράκλειο Αττικής: Ένα αέρινο νυχτικό με μεγάλο άνοιγμα στο στήθος. Τα μαλλιά της ξανά ως τους ώμους, βαριά, καστανά. Χαμόγελο αχνό, μάτια χαμηλωμένα η Σούλα. Σκύβει να με πάρει αγκαλιά, μωρό, μουρμουρίζοντας το “τρι και τρι και τρι και τρι” του Μίκη. Όπως έσκυψε, φάνηκε το στήθος της ολόκληρο στα μάτια ου, που το κατέγραψαν για πάντα. Μυρωδιά από δαφνόφυλλα και λεμονοπορτόκαλα στο χλιαρό νερό, μαλακιά άσπρη πετσέτα. Έτσι γεννήθηκα» (σελ. 86). Κι επίσης με μια εικόνα από τη σχολική της ζωή που ενώνει λογοτεχνικά και θεατρικά δυο εποχές και συνδέεται με την παράσταση του έργου «Καραϊσκάκη» στο σχολείο το οποίο πήγαινε η συγγραφέας και που φέρνει στο προσκήνιο το βιβλίο για τον Καραϊσκάκη που ολοένα διάβαζε ο πατέρας της Σουλίτσας από πριν ακόμη γνωριστούν οι δύο οικογένειες.

Είναι εμβληματική για την αφήγηση οι στιγμές της αναχώρησης των γονιών της συγγραφέως. Η μάνα θα πει για τον πατέρα: «”Ελάτε ν’ αναλάβετε». Στην αγκαλιά μου ο πατέρας στον κάβο της Ραφήνας» (σελ.94). «Αυτό το θαύμα δεν το χαλάω, ο γιατρός της μάνας, “αφήστε τη να κοιμηθεί». Στην αγκαλιά μου κι από εκεί στης Πεντέλης της τ’ αγαπημένα. Ανεμώνες βγαίνουν στο τέλος του χειμώνα πλάι της, κυκλάμινα και κίτρινα κρινάκια στο τέλος του καλοκαιριού, την άνοιξη λαδανιές και σεμπρεβίβες. Και στη ρίζα του βράχου που ανεβαίνω να τα βρω, εκείνο το γαλάζιο λουλούδι, πάντα ανοιχτό, πάντα πηγαίνω μέρα». (σελ. 96). Ελάχιστες λέξεις που κρύβουν βαθιά συγκίνηση από τη μια, χρώμα και συναίσθημα σκιαγραφούν με ποιητικά ελλειπτικό ύφος τη συγκίνηση από την άλλη.

Αυτό το γαλάζιο λουλούδι, το Κιχώριο, βγαίνει από τοίχους, ευωδιάζει δίπλα από χαμένα πρόσωπα, ανθίζει σε ολόκληρο λιβάδι, βγαίνει στους τόπους εξορίας, πετάγεται ανάμεσα σε μαρμάρινα κράσπεδα, παίρνει μέρος στις περισσότερες των αφηγήσεων ως ο συνδετικός κρίκος που με την ανεπαίσθητη ομορφιά του τους δίνει άρωμα, νόημα και αισιοδοξία για τη συνέχιση της ζωής των πρωταγωνιστών. Και σχεδόν πάντα εμφανίζεται σε ένα σκληρό κλαράκι με δυο φύλλα. Από την αφηγηματική άποψη, θα έλεγα ότι δένει σπονδυλωτά τις επιμέρους αφηγήσεις.

Η εικονογράφηση σε γαλάζιο χρώμα, το χρώμα του Κιχώριου, αποτελείται από λεπτομέρειες φωτογραφιών του αρχείου της συγγραφέως και έργων δικών της και του πατέρα της, Γιάννη Στεφανίδη. Το βιβλίο φαντάζει ως προπομπός αναδρομικής έκθεσής του, που αποτελείται από έργα του ζωγράφου, τα οποία αρκετά συνδέονται και με τμήματα του αφηγηματικού μέρους του βιβλίου. Τη συγκεκριμένη έκθεση η οποία θα αρχίσει να λειτουργεί τον φετινό Φεβρουάριο, επιμελήθηκε η κόρη του και συγγραφέας του βιβλίου. Κι είναι βέβαιο πως θα ζωντανέψει μια εποχή μέσα από τον χρωστήρα και τη γραφίδα ενός ευαίσθητου και σπουδαίου δημιουργού που, ειρήσθω εν παρόδω, να θυμίσω ότι η εικονογραφημένη από τον ίδιο πολύτομη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας στάθηκε πολύτιμο βιβλίο για εκπαιδευτικούς και μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκαετίες.

Το Κιχώριο-Το γαλανό λουλούδι, αποτελεί ένα κόσμημα αφηγηματικού λόγου. Πολλές ιστορίες, ιστορίες δρόμων, ζωών, απώλειες ανθρώπων και από τις δυο οικογένειες, μα και βαθιά συγκινητικές αγαπημένων ζώων, ολοκληρώνουν μια απολαυστική αφήγηση με κοινωνικά, πολιτισμικά και ιστορικά δρώμενα που φωτογραφίζουν διαδρομές οι οποίες εκκινούν από την Ανατολή και τη Μικρασία και καταλήγουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Η συγγραφέας με ένα λόγο λαγαρό και συνάμα πυκνό, σε πολλά σημεία εξόχως ποιητικό, ενσταλάζει το συναίσθημα των ανθρώπων, το πάθος τους για δημιουργία και συνάμα τη δράση τους σε δύσκολες στιγμές της ιστορίας του τόπου. Χωρίς ίχνος δε μελοδραματισμού αποτυπώνει με έναν συναισθηματικό ρεαλισμό την πορεία της οικογένειάς της, χέρι χέρι με την ιστορία.

 

Η Φωτεινή Στεφανίδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962 και ολοκλήρωσε σπουδές ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1986. Από το 1988 έχει πραγματοποιήσει είκοσι πέντε ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, χαρακτικής και εικονογράφησης στην Ελλάδα και στη Γερμανία, και έχει πάρει μέρος σε πολλές ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί πάνω από εκατό βιβλία για παιδιά και ενήλικες με σχεδιασμό και εικονογραφήσεις της, ενώ σε δέκα από αυτά υπογράφει και τα κείμενα. Από το 1995 έως σήμερα έχει αποσπάσει είκοσι τρεις ελληνικές και διεθνείς διακρίσεις στους τομείς της χαρακτικής, της εικονογράφησης και πρόσφατα της συγγραφής. Ανάμεσά τους, τρία κρατικά βραβεία, βραβεία ΙΒΒΥ, διακρίσεις White Ravens, ΒΙΒ Μπρατισλάβας και Golden Pen Βελιγραδίου. Το 2023 ανέλαβε τη φιλοτέχνηση της αφίσας για την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, η οποία εκπροσώπησε την Ελλάδα για όλον τον κόσμο κόσμο. Από τις είκοσι δύο ελληνικές ή και διεθνείς διακρίσεις που έχει αποσπάσει στον τομέα της εικονογράφησης, ως σημαντικότερες αναφέρονται τα Κρατικά Βραβεία του 2003, του 2007 και του 2010, τα βραβεία του ελληνικού τμήματος της ΙΒΒΥ για το 1995, 2005 και 2011, τα βραβεία εικονογραφημένου βιβλίου του 2006, 2008, 2011, 2012 του περιοδικού Διαβάζω, το βραβείο και ο έπαινος ΕΒΓΕ του 2007 και 2013, η Golden Pen και η Plaquette της Διεθνούς Μπιενάλε Βελιγραδίου 2005 και 2009, η ΒΙΒ Plaque Μπρατισλάβας 2001 και οι εκπροσωπήσεις της χώρας μας στους διεθνείς διαγωνισμούς Hans Christian Andersen 2004, Astrid Lindgren 2008 και BNF (Εθνικής Βιβλιοθήκης Γαλλίας) 2009. Είναι υποψήφια για το διεθνές βραβείο Hans Christian Andersen 2026.

 

 

 

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ είναι συγγραφέας, κριτικός, τ. πανεπιστημιακός

Πηγή:

https://www.fractalart.gr/kichorio-to-galano-loyloydi/