Fractalart.gr / Ένα οδοιπορικό στην Πόλη των πόλεων / Κλεονίκη Δρούγκα / 20 Mαΐου 2025

Νίκος Κόλμαν «Έρως και Νόστος», εκδ. Καλειδοσκόπιο

Ένας Ελύτης της πολύβουης, πολύμορφης, πανέμορφης, αξεπέραστης Πόλης των πόλεων και του έρωτα είναι ο Νικόλαος Κόλμαν, Εκείνη το σπασμένο ακρόπρωο, εκείνος το σπασμένο κουπί.Ο ποιητής-αφηγητής με ερωτικό οίστρο, διάθεση ενδοσκόπησης και φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης γράφει ερωτική ποίηση εν είδει εσωτερικού μονολόγου, αποτυπώνει εαυτόν σε ποιήματα -κείμενα αληθινής ερωτικής κατάθεσης-, στρώνει τις μνήμες σα χαλιά και πάνω τους πατάει ξυπόλητος, αποτυπώνοντας πάθη, επιθυμίες και πόθους∙ συναντιέται με το παρελθόν της Πόλης, το παρελθόν του, το παρόν της Πόλης, το παρόν του, μέσα από ένα παιχνίδισμα μνήμης και λήθης, στο οποίο σαφής νικητής είναι η μνήμη, γιατί τίποτε -αλλά τίποτε- ο ίδιος δεν λησμονεί.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν. Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν, φέρε μου πίσω, γράφει ο Κ. Π. Καβάφης και ο Κόλμαν ζητά από τη μνήμη του να του κάνει τη χάρη να του φέρει πίσω αναμνήσεις -αν και δεν είναι χάρη∙ τα καταφέρνει από μόνος του αριστοτεχνικά να μας πάει μια μπρος, μια πίσω, από τον έναν τόπο στον άλλον στο βιβλίο του.

Τον συναντάμε σε ένα οδοιπορικό στην Πόλη πάνω σε μια ταράτσα με ένα υποκειμενικό πλάνο να εστιάζει στο σχολείο της Αγίας Πουλχερίας, ν’ ακολουθεί την Μάρθα, την Αίγλη, τη Δανάη που ανεβαίνουν με ένα παϊτόνι στο ύψωμα του Χριστού, τον βλέπουμε ν’ αναζητά ένα βαφτιστικό σταυρουδάκι στα βράχια του kalpazan της Αντιγόνης, να κάνει βόλτες στο Quai της Χάλκης, να κολυμπά από τη Χάλκη προς την Αντιγόνη, να βουτά στο βυθό των Πριγκιπόνησων -και στον δικό του βυθό που τον στοιχειώνει μια άρνηση ένα εφηβικό καλοκαίρι.

Οι εικόνες του, σπάνιας γλαφυρότητας και λεπταίσθητης αμεσότητας, γραπώνουν το βλέμμα μας, όπως κάποτε το δικό του γράπωσε ένας πίνακας με ζευγάρι σε αισθησιακή περίπτυξη, κρεμασμένος σε ψυχιατρική κλινική -αισθητοποιώντας που μπορεί ο έρωτας να σε φτάσει. Ο αφηγητής ρίχνει τη φλογισμένη ματιά του και σ’ άλλους πίνακες, Έρως και Ψυχή του Gerard, ή γλυπτά, όπως αυτό του Canova, και στο μυαλό του κινούνται κινηματογραφικά οι εικόνες μιας ανατολής, αμμολόφων, ενός ψαροκάικου μαζί με σφικταγκαλιασμένες λέξεις και ονόματα. Η μνήμη του κρατά την ανάσα της στην κορύφωση: εφιάλτης μαζί και όνειρο. Δεν τον νοιάζει…καταβροχθίζει μανδραγόρα και κάρδαμο… και ανοίγει την πόρτα στους έρωτες των φοιτητικών χρόνων, τότε που τα σώματα πέφτουν ημιλυπόθυμα ανυπεράσπιστα στα ευθύβολα βέλη του.

Μέτοχοι της σκέψης του φεύγουμε από την Πόλη και πάμε στη Βουλιαγμένη∙ κι ύστερα, ενώ η νύχτα μυρίζει γιασεμί, παρακολουθούμε στο κινηματοθέατρο Απόλλων ταινία και ακούμε τους ήχους από δυο γυμνά σώματα σε σκοτεινό δωμάτιο συρόμενα πισθάγκωνα από την απιστία να εξομολογούνται τα πάθη του αθεράπευτου κόκκινου βέλους.

Τι σου κάνει η μνήμη!

Τι σου κάνει ο νόστος του έρωτα, που αγκαλιάζει την ψυχή της άνοιξης.

Ο ποιητής γυρίζει ακόμη πιο πίσω σε μυθολογικά αρχέτυπα, στην Πηνελόπη, την Ελένη, την Ιοκάστη στο σήμερα και ξανά επιστρέφει στην Πόλη στα μοναστήρια του Καρύπη, του Κουδουνά και της Αγίας Τριάδας, στο Billurcu Sokak, στην πλημμύρα της Πόλης, στα Σεπτεμβριανά και σ’ έναν γυμνό ώμο σε μια σκιά που ζωγράφισε ο ήλιος, παίζοντας με την τιράντα του μαγιό της. Και στο καλοκαίρι μας πάει που του έκλεψε την εφηβεία, εκείνο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Και στο Μόδι πάει και μας γνωρίζει σ΄ένα πρόσωπο που υπόσχεται ναυάγια κι ύστερα στην Αλόννησο στέκεται σε αδιάβαστα βιβλία, σε απραγματοποίητα αν κι έπειτα στη Ναβαρίνου, στο Χημικό και μας γνωρίζει μια ωραία Ελένη, που αποχρωμάτισε ένα διάλυμα.

Για λίγο ο νοστέρωτας τον αφήνει μετέωρο μα έπειτα βρίσκουμε τον ποιητή -αφηγητή στο Hilton να παρακολουθεί τα βήματα που κατεβαίνουν αυτάρεσκα τις σκάλες και μετά σε μια σύντομη διαδρομή από το SirKeci στον Άγιο Στέφανο που διαρκεί χρόνια, σ’ ένα μυστήριο που σιγοβράζει από την μέσα πλευρά της προσμονής, κι έπειτα στην Πίστη της Ξηροκρήνης

να προσπαθεί

να αιωρείται

να αυθαιρετεί

να προστρέχει

να αδημονεί…

Ο ποιητής τα βάζει με τη μνήμη που ανακαλεί ό,τι θέλει.

Αιωνία η μνήμη της Χαμένης ψυχής.

Δεν πιστεύει πια. Το γνωρίζει πως ματαιοπονεί. Τον απασχολεί το παρελθόν, μα πιο πολύ το παρόν. Αναρωτιέται αν τον προδίδει η μνήμη, ενώ πνίγεται στους χυμούς των παθών του, παράλυτος από το πολύ να την σκέφτεται.

Κι ύστερα κάνει τον σταυρό του μπρος τον τάφο των γονέων, ενώ βαδίζοντας στο Πέρα τον λούζει ένα φως…

Μια ερωτογεωγραφία στην πόλη, ένα ολοζώντανο σκηνικό που αναριγά από έναν ακοίμητο ερωτισμό, ένα ψαχούλεμα στον εαυτό, μια κατάδυση στην αγάπη, μια εικόνα του πως είναι να λιγοθυμάς από επιθυμία από έρωτα,

έρωτα βιωμένο

έρωτα απωθημένο

έρωτα που ωθεί σε απιστία

έρωτα όνειρο

έρωτα δώρο

έρωτα εφιάλτη

τη μνήμη του έρωτα

τη μνήμη του σώματος

τη μνήμη των τόπων

τη μνήμη της Πόλης, αλήτικο γεράκι στον Βόσπορο πάνω στο πολυκαιρισμένο χαλί της γιαγιάς από τη Μάδυτο,

με μια γλώσσα απαλλαγμένη από ακρότητες, εντυπωσιασμούς, απλή, γοργή, ευκίνητη, μια γλώσσα που μιλά στην καρδιά μας.

Βγάζω τα παπούτσια μου, Νίκο, και πατώ συγκινημένη μαζί σου το χαλί της γιαγιάς από τη Μάδυτο και στροβιλίζομαι μέχρι τελικής πτώσεως.

Σε ευχαριστώ τόσο πολύ γι’ αυτό το ταξίδι!

Πηγή:

https://www.fractalart.gr/eros-kai-nostos/