Διάστιχο / Φωτεινή Στεφανίδη: «Κιχώριο, το γαλανό λουλούδι» / Κατερίνα Ζαμαρία / 9 Μαρτίου 2026

Η Φωτεινή Στεφανίδη, ζωγράφος, χαράκτρια, εικονογράφος, κόρη του Γιάννη Στεφανίδη –ζωγράφου, χαράκτη, συγγραφέα, του ανθρώπου που φιλοτέχνησε το σήμα της ΕΠΟΝ και που αποτύπωσε εικαστικά την εποχή του αγώνα και του ηρωισμού–, με το Κιχώριο συμπληρώνει μια τριλογία (που ξεκίνησε με τα Παπούτσια με λουράκι και συνέχισε με το Τζιέρι μου, 1922) και έχει τη μορφή μιας οικογενειακής σάγκας.
Στο βιβλίο ο αναγνώστης παρακολουθεί, μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση που αναλαμβάνει η Φωτεινή Στεφανίδη, πώς η μνήμη μετουσιώνεται σε λογοτεχνικά στιγμιότυπα. Στο βραχείας φόρμας βιβλίο της συμπυκνώνει γεγονότα ενός αιώνα και καταφέρνει να δείξει πώς οι προσωπικές μνήμες συμπορεύονται με την ιστορική πορεία του τόπου. Με πυρήνα της αφήγησης την ιστορία της οικογένειάς της, παρακολουθούμε πώς το ατομικό συμπλέει με το συλλογικό και –πώς αλλιώς, άλλωστε– η μικροϊστορία γίνεται μέρος της Ιστορίας.
Δυο νέες γυναίκες, η Φωτίκα και η Μαρίκα, δυο οικογένειες που μετακινούνται. Από το Ουζμπεκιστάν στην Κωνσταντινούπολη, κι από κει στην Αθήνα. Από τη Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη Μυκάλης, στη Μιχαήλ Βόδα και μετά στην Καπλανών. Ιούνης 1919, Απρίλης 1934, Οκτώβρης 1940-1941, 1942, 1943, Δεκέμβρης του ’44, 1952, 1962… 2020. Στα μικρής έκτασης κεφάλαια, οι χρονολογίες καθοδηγούν την αφήγηση. Τα πρόσωπα γίνονται μέρος της Ιστορίας αλλά και η Ιστορία σημαδεύει τη ζωή τους. Ο Γιάννης και Σουλίτσα (ο πατέρας και η μητέρα), που «ο ύπνος τους γράφεται με έρωτα και θάνατο», όταν γύρω τους η Ιστορία σημαδεύεται και σημαδεύει με αίμα. Γιατί, πού να σταθείς όταν οι ώρες είναι μετρημένες; Σε μια εποχή που –με τα λόγια του Στεφανίδη– ούτε περιγράφεται ούτε ζωγραφίζεται…
Δεκέμβρης του ’44: «Μάνα, φεύγω»… και για τρεις μήνες θα περπατά πλάι σε ρεματιές και χαράδρες στον Ελικώνα, μαζί με τον Μάνο, τον Μάνο Χατζιδάκι, που ξέχασε το ορατόριό του δίπλα σε ένα σβησμένο τζάκι. Κι εκεί «μπροστά στο τζάκι –ξύλα ούτε γι’ αστείο– ο Μάνος έβαλε στο στόμα ένα χαρτονάκι κι άρχισε να σφυρίζει μια ωραία, απόκοσμη μελωδία που θαρρούσες έβγαινε από βιολί». Κι εκεί, μέσα στον ζόφο της εποχής, συνταρασσόμαστε με την αντιστασιακή δύναμη της ανθρωπιάς και της τέχνης.
Με φόντο παλιές και πρόσφατες μνήμες, καθώς και αυθεντικές μαρτυρίες, η Στεφανίδη στη νουβέλα της παίρνει τις ημερομηνίες και παρουσιάζει, μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και συναισθήματα, στιγμές που σημάδεψαν τη σύγχρονη Ιστορία του τόπου. Ειδικά για τους νεαρούς αναγνώστες, που αναζητούν τη δική τους θέση σε αυτόν τον κόσμο, το βιβλίο έρχεται να υπογραμμίσει το πώς η ταυτότητα του καθενός διαμορφώνεται από μια πλειάδα γεγονότων, αλλά και τη στάση μας απέναντι σε αυτά.
Όπως το λουλούδι φυτρώνει και στα πιο δύσκολα μέρη, έτσι και η μνήμη διασώζεται παρά τα εμπόδια του χρόνου και της Ιστορίας.
Τα πρόσωπα της ιστορίας δεν είναι απλώς μυθοπλαστικοί χαρακτήρες, αλλά φορείς της οικογενειακής μνήμης της συγγραφέως. Και μέσα από μια ιστορία μαθητείας και ενηλικίωσης, οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν πώς το τραύμα, η ελπίδα και η αγάπη μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
«Σαν σκοτείνιασε, εκεί που θ’ άρχιζε ο Γιάννης ο ποιητής να κάνει ποίημα την εξορία, δείξανε τις ζωγραφιές τους ο ένας στον άλλον. Κι όταν είδε ο Γιάννης ο ποιητής τη νερομπογιά του Γιάννη μας με τη γαϊδουροκεφαλή, με τη βυζαντινή γραφή του αραδιάζει τις λέξεις με σταθερό ρυθμό χωρίς να διορθώνει: «Ανάμεσα στ’ αγκάθια και στα πεσμένα κόκκινα φύλλα/ βρήκαμε μια γυμνή γαϊδουροκεφαλή/ ίσως και να ’ναι το κεφάλι του καλοκαιρού/ έτσι αφημένο στις βρεγμένες πέτρες/ και γύρω κάτι μικρά γαλάζια λουλούδια/ που δεν ξέρουμε τ’ όνομά τους».
Γιατί η Ιστορία τούτης της χώρας γράφτηκε σε ξερονήσια και εξορίες, εκεί που συναντήθηκαν σπουδαίοι δημιουργοί, όπως, για παράδειγμα, ο Στεφανίδης και ο Ρίτσος στο Κοντοπούλι της Λήμνου, και μετουσίωσαν την καθημερινότητα σε Τέχνη.
Κι αν η αφηγήτρια Φωτεινή λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που συλλέγει τα θραύσματα των αναμνήσεων, τις φωτογραφίες και τις ιστορίες για να συνθέσει το παζλ των 100 χρόνων, το κιχώριο (το ραδίκι με το γαλάζιο άνθος) λειτουργεί ως ένας ισχυρός, πολυεπίπεδος συμβολισμός, που συνδέει γενιές και στιγμές. Είναι υπενθύμιση της ανθεκτικότητας της μνήμης γιατί, όπως το λουλούδι φυτρώνει και στα πιο δύσκολα μέρη, έτσι και η μνήμη διασώζεται παρά τα εμπόδια του χρόνου και της Ιστορίας. Θυμίζει ότι τα μικρά, καθημερινά πράγματα, που συχνά προσπερνάμε, κρύβουν μέσα τους την ομορφιά και τη δύναμη της ζωής. Ταυτόχρονα, συνδέει την ανθρώπινη μοίρα με τη φύση, γίνεται μήνυμα της ελπίδας που παραμένει ζωντανή μέσα στο γκρίζο της πόλης ή της προσφυγιάς. Αυτό το φυτό με το σκληρό κοτσάνι, που «ανθίζει για να σου κρατήσει το χέρι, για να σου πει να μη φοβάσαι».
Με λόγο μικροπερίοδο, τριτοπρόσωπο, συναισθηματικό αλλά όχι μελοδραματικό, με ελλειπτική διατύπωση που προσιδιάζει στον ποιητικό λόγο, κάθε λέξη γίνεται εικόνα στο μυαλό του αναγνώστη. Η γραφή της «ζωγραφική», αισθαντική, επιβεβαιώνει αυτό που και η ίδια ισχυρίζεται: «Κάνω τα όνειρά μου ζωγραφιές»… όχι μόνο με το πινέλο, αλλά και με τις λέξεις. Με εμβόλιμη, σε γαλάζιο χρώμα, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η Στεφανίδη δένει παρόν και παρελθόν.
Ως εικονογράφηση χρησιμοποιούνται επεξεργασμένες λεπτομέρειες οικογενειακών φωτογραφιών και έργων δικών της και του Γιάννη Στεφανίδη, που δένουν το κείμενο, μετατρέποντάς το σε λεύκωμα μνήμης. Το γαλάζιο του κιχωρίου κυριαρχεί ως ενοποιητικό στοιχείο· είναι μια νότα αισιοδοξίας, που εμφανίζεται ανάμεσα στις γκρίζες ή γήινες αποχρώσεις της ιστορίας, συμβολίζοντας την επιβίωση και την ομορφιά μέσα στη φθορά. Με στοιχεία ποιητικού ρεαλισμού, οι εικόνες του βιβλίου μοιάζουν με αναμνήσεις που ξεθωριάζουν και ανασύρονται στο φως, αποδίδοντας τη συναισθηματική ατμόσφαιρα κάθε εποχής. Το ύφος, λόγου και εικόνας, αισθαντικό και ονειρικό, αφήνει χώρο στη φαντασία του εφήβου ή του ενήλικα να συμπληρώσει με τα δικά του λόγια και εικόνες την αφήγηση της Στεφανίδη.
Με ποιητική και ονειρική διάθεση, συνδυάζοντας την πραγματικότητα με τη μνήμη και το συναίσθημα, η Φωτεινή Στεφανίδη γράφει για αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την Ιστορία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Κι αυτό το ταπεινό γαλάζιο λουλουδάκι, πανταχού παρόν, γίνεται σύμβολο μιας διαδρομής που ξεκινά από το χώμα και φτάνει στο φως: «Φως που εκτοξεύτηκε. Κι αμέσως μετά γκρίζο που κρατάει ακόμα. Το χεράκι που γλιστρά… σε κύμα καθαρό με ανθούς της θάλασσας και τρίτωνες».
Πηγή:
https://diastixo.gr/kritikes/efivika/26229-foteini-stefanidi-kichorio-to-galano-louloudi
In Same Category
- ΚΕΙΜΕΝΑ (Περιοδικό Πανεπιστημίου Θεσσαλίας) / Βιβλιοκριτική / Τρυπάνη Παναγιώτα / 17 Φεβρουαρίου 2026
- Διάστιχο / Τασούλα Τσιλιμένη: «Ένα δέντρο μεγαλώνει παντού» / Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου / 21 Φεβρουαρίου 2025
- Elniplex / «Το Κοτσύφι» της Φωτεινής Στεφανίδη στα 21 βιβλία που προτάθηκαν να μεταφραστούν σε όλο τον κόσμο / 10 Μαρτίου 2026
- Κόκκινη Αλεπού / Η συγγραφέας που δεν ήξερε να γράφει / Μάρα Ψαράκη / 18 Μαρτίου 2026
- Elniplex / Ο Πέτρος και το ρομπότ, του Μανώλη Νικόλτσιου / Απόστολος Πάππος / 2 Ιουνίου 2026