Παρεξηγημένη Θεά Ποίηση. Πόσο άδικο αλήθεια να σε γνωρίζουμε αργά στη ζωή; Να σε συναντάμε με καθυστέρηση, ενώ εσύ μας προσφέρεις απλόχερα όλες εκείνες τις λέξεις που αναζητούμε για να περιγράψουμε τις βαθύτερες –ή ακόμη και τις πιο ελαφριές– σκέψεις μας. Πόσο λάθος να σε αποφεύγουμε. Και πόσο μεγαλύτερο λάθος να μας συστήνουν σε σένα στα παιδικά μας χρόνια με έναν τρόπο που δεν μοιάζει καθόλου με την ομορφιά σου.
Τι θα γινόταν αν πλησιάζαμε την ποίηση όχι με δέος αλλά με περιέργεια; Αν αντί να τη θεωρούμε δύσκολη ή απόμακρη, την αντιμετωπίζαμε σαν ένα παιχνίδι ισορροπίας πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί; Αυτό ακριβώς προτείνει το βιβλίο «Έντεκα λόγοι για να μη διαβάσω ποίηση και άλλοι δώδεκα για να διαβάσω» της Αργυρώς Πιπίνη και της Άλκηστης Χαλικιά, με τις ευφάνταστες εικόνες του Κώστα Μαρκόπουλου. Οι δύο συγγραφείς στήνουν ένα απολαυστικό παιχνίδι «ράβε-ξήλωνε» γύρω από την ποίηση, καταγράφοντας πρώτα τις αντιρρήσεις, τις δυσκολίες και τις μικρές αντιστάσεις που συχνά έχουμε απέναντί της και ύστερα τους λόγους για τους οποίους τελικά αξίζει να την πλησιάσουμε.
Με τρυφερότητα αλλά και παιχνιδιάρικη διάθεση, οι δύο δημιουργοί προσκαλούν τον μικρό και μεγάλο αναγνώστη να ξανασκεφτεί τη σχέση του με την ποίηση, να την πλησιάσει χωρίς φόβο, χωρίς υποχρέωση, σαν μια εμπειρία που μπορεί να τον συντροφεύει στη ζωή. Όπως γράφουν χαρακτηριστικά στην εισαγωγή τους: «Υπάρχει μια λέσχη με μέλη πολλά – γιατρούς, ζωγράφους, τσαγκάρηδες, ηθοποιούς, υπαλλήλους, δασκάλους – ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, τελείως διαφορετικούς. Δεν γνωρίζονται, αλλά αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο όταν συναντιούνται, γιατί τους ενώνει κάτι κοινό και μαγικό. Στη λέσχη αυτή είμαστε όλοι οι μόνοι μαζί… Γιατί το να λες σήμερα “αγαπώ την ποίηση” είναι μια πράξη θάρρους».
Και οι δύο δημιουργοί είναι βαθιά ερωτευμένες με την ποίηση. Μια αγάπη που δεν γεννήθηκε αργότερα, αλλά καλλιεργήθηκε ήδη από τα πρώτα τους χρόνια. Η σχέση τους με τη δύναμη και την ομορφιά της ποίησης ζυμώθηκε μέσα από τις πρώτες αναγνώσεις της παιδικής ηλικίας και συνέχισε να δυναμώνει σε κάθε επόμενη φάση της ζωής τους. Γι’ αυτό επιλέγουν, ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου να παρεμβάλλουν και τις προσωπικές τους καταθέσεις, μικρά κείμενα που φωτίζουν τη δική τους διαδρομή προς την ποίηση. Στα σύντομα αυτά «οδοιπορικά» βλέπουμε πώς η ποίηση μπήκε νωρίς στη ζωή τους και πώς τις συνόδευσε σε διαφορετικές ηλικίες και στιγμές.
Η Αργυρώ Πιπίνη, θυμάται την πρώτη έντονη εμπειρία της με έναν στίχο του Σεφέρη, μια στιγμή σχεδόν σωματικής αναστάτωσης που σημάδεψε για πάντα τη σχέση της με τα ποιήματα. Αντίστοιχα, η Άλκηστη Χαλικιά ανακαλεί τις πρώτες της συναντήσεις με τους ποιητές στο οικογενειακό σπίτι και την εφηβική ανακάλυψη του Καβάφη, περιγράφοντας με τρυφερότητα πώς η ποίηση έγινε για εκείνη μία από τις πιο σταθερές συντροφιές της ζωής.
Αυτή η προσωπική τους διαδρομή αποτυπώνεται με ιδιαίτερη τρυφερότητα. Από τα πρώτα παιδικά στιχάκια που επαναλαμβάνει κανείς χωρίς να καταλαβαίνει ακόμη γιατί τον συγκινούν, μέχρι τη στιγμή που κάποιος στίχος εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στη ζωή και μοιάζει να μιλά απευθείας σε σένα.
Όπως γράφουν χαρακτηριστικά στο κεφάλαιο «Οι ηλικίες της ποίησης», η σχέση με την ποίηση αλλάζει μαζί με εμάς. Στην αρχή είναι παιχνίδι, έπειτα ανακάλυψη, αργότερα μια μυστική συνομιλία που σε ακολουθεί στα ταξίδια, στους έρωτες, στις απώλειες και στις μεγάλες στιγμές της ζωής.
Έτσι, με αφετηρία αυτή τη βαθιά αγάπη για την ποίηση, οι δύο συγγραφείς ξεκινούν ένα σαγηνευτικό παιχνίδι. Μια παιγνιώδης διαδρομή, πλαισιωμένη από τις φωνές των ποιητών. Φωνές που έρχονται από διαφορετικές εποχές και ποιητικές ιδιοσυγκρασίες, αλλά συναντιούνται εδώ για να θυμίσουν πόσο ζωντανή και πολύμορφη παραμένει η ποίηση. Μας συστήνουν ποιήματα από ένα ευρύ φάσμα ύφους, ρυθμού και θεμάτων, πάντα συνοδευμένα από τη δική τους προσωπική παρότρυνση, μια ενθάρρυνση που παραμένει ποιητική σε κάθε της λέξη.
Ένας μικρός διάλογος, σύντομες φράσεις, σαν ψίθυροι ή αντιρρήσεις, γραμμένες με κόκκινα γράμματα. Δεν εξηγούν το ποίημα ούτε το προαναγγέλλουν. Ανοίγουν μόνο μια μικρή χαραμάδα στο βλέμμα πριν εμφανιστούν οι στίχοι. Έτσι, ένα ποίημα του Καρυωτάκη, του Αναγνωστάκη, του Εμπειρίκου, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ελύτη ή της Αγγελάκη-Ρουκ και της Μάτσης Χατζηλαζάρου μοιάζει με μια απάντηση σε έναν ζωντανό διάλογο γύρω από το τι είναι τελικά η ποίηση και τι μπορεί να σημαίνει για τον καθένα μας. Τα ποιήματα που συναντάμε στις σελίδες του βιβλίου δεν είναι τα πιο γνωστά, ούτε επιλέγονται ως αντιπροσωπευτικά μιας συγκεκριμένης περιόδου, θεματικής ή υφολογικής κατηγορίας.
Σαν δύο ακροβάτισσες που προχωρούν πάνω στο σκοινί του «σημερινού κόσμου», διασχίζουν την απόσταση από το χθες προς το αύριο ισορροπώντας ποίημα το ποίημα. Μέσα από μικρές ιστορίες, προσωπικές εξομολογήσεις, συζητήσεις για τη γλώσσα και παιχνίδια σκέψης, φωτίζουν τη βιωμένη πλευρά της ποίησης. Όχι ως κάτι που πρέπει να κατανοηθεί με τον «σωστό» τρόπο, αλλά ως κάτι που μπορεί να μας κρατήσει το χέρι, να μας παρηγορήσει, να μας ανοίξει έναν δρόμο μέσα στον κόσμο.
Για την Αργυρώ Πιπίνη και την Άλκηστη Χαλικιά η ποίηση είναι ένα παιχνίδι με τη ζωή και με τις λέξεις. Μια περιπλάνηση στους λαβύρινθους, αλλά και στις κορυφές των πιο βαθιών αισθήσεων. Αυτή τη ζωντανή εμπειρία θέλουν να μεταδώσουν και στους αναγνώστες. Στο τέλος του βιβλίου στήνουν ένα μικρό, πρωτότυπο εργαστήριο δημιουργικής έκφρασης, καλώντας τους να δοκιμάσουν και οι ίδιοι τη χαρά της ποιητικής γραφής, να πειραματιστούν με τις λέξεις και να ανακαλύψουν τη δική τους φωνή.
Δραστηριότητες ή καλύτερα προκλήσεις που μοιάζουν με μικρές «σκανδαλιές» φαντασίας: άλλοτε προτείνουν να συνδυάσει κανείς τυχαία ένα ουσιαστικό, ένα επίθετο και ένα ρήμα για να γεννηθεί ένα απρόσμενο ποίημα, άλλοτε να μεταμορφώσει ένα υπάρχον ποίημα με τη μέθοδο της διαγραφής λέξεων, ανακαλύπτοντας μέσα του ένα νέο κείμενο. Μέσα από αυτά τα παιχνίδια ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η ποίηση δεν είναι ένα κλειστό πεδίο για λίγους, αλλά μια ζωντανή διαδικασία πειραματισμού και έκφρασης, όπου ο καθένας μπορεί να δοκιμάσει τη δική του φωνή.
Σημαντικό ρόλο στην εμπειρία του βιβλίου παίζει η εικονογράφηση του Κώστα Μαρκόπουλου, που αναπτύσσει τον δικό της εικαστικό διάλογο με τα ποιήματα. Οι εικόνες του μοιάζουν να κινούνται με την ίδια ελευθερία που έχουν και οι λέξεις: φιγούρες που ισορροπούν, σώματα που ακροβατούν, μικρές σκηνές γεμάτες κίνηση και φαντασία δημιουργούν έναν κόσμο όπου η σκέψη δοκιμάζει τα όριά της, σαν να βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σκοινί ή να ισορροπεί πάνω σε μια λεπτή γραμμή. Έτσι, η εικονογράφηση γίνεται ένας ακόμη τρόπος να βιώσει κανείς την ποίηση, όχι μόνο μέσα από τις λέξεις αλλά και μέσα από τις εικόνες.
Δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω την ίδια τη μορφή του βιβλίου. Οι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, με την καλλιτεχνική επιμέλεια της Εριφύλης Αράπογλου, με πρόθεση να υπογραμμίσουν την αξία της ελεύθερης βίωσης της ποίησης αλλά και την ομορφιά της διαφορετικής ματιάς έχουν δημιουργήσει ένα αντικείμενο που συνομιλεί ουσιαστικά με το πνεύμα του. Το βιβλίο στερείται ράχης και αφήνει σκόπιμα ορατή την κόκκινη κλωστή που ενώνει τις σελίδες του, μια επιλογή που μοιάζει σαν υλική μεταφορά της δημιουργικής διαδικασίας: ενός διαρκούς «ράβε-ξήλωνε» με τις λέξεις, όπου η ποίηση γεννιέται μέσα από δοκιμές, ανατροπές, νέες ματιές και νέες συνθέσεις.
Δεν είναι μικρό το εγχείρημα που επιχειρούν οι δύο συγγραφείς. Βουτούν στα βαθιά, επιλέγοντας να αναμετρηθούν με μια πρόκληση που, για να πετύχει, απαιτεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα –σχολεία και εκπαιδευτικούς– πρόθυμο να κολυμπήσει με τον ίδιο τρόπο μέσα στις λέξεις. Γονείς που δεν απαξιώνουν την ποίηση αλλά την αφήνουν να βρει τη θέση της στην καθημερινότητα. Και μια μεθοδολογία προσέγγισης που δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι αυστηρά δομημένη ή οριοθετημένη. Γιατί η ποίηση μπορεί να γίνει παιχνίδι. Μπορεί να γίνει τραγούδι στα αυτιά μας. Μπορεί να γίνει ένας μικρός στίχος γραμμένος σε ένα post-it, που ξαφνικά φωτίζει την ημέρα μας.
Ίσως τελικά η ποίηση να είναι πράγματι αυτή η παρεξηγημένη θεά που συναντάμε συχνά αργά στη ζωή. Κι όμως, ήταν πάντα εκεί: στις πρώτες λέξεις που μάθαμε να ψιθυρίζουμε, στα τραγούδια, στις εικόνες που δεν ξέραμε ακόμη πώς να περιγράψουμε, στα συναισθήματα που δεν γνωρίζαμε πώς να ονομάσουμε.
Το βιβλίο της Αργυρώς Πιπίνη και της Άλκηστης Χαλικιά μάς θυμίζει ότι η ποίηση δεν ανήκει σε λίγους, αλλά σε όποιον είναι πρόθυμος να παίξει με τις λέξεις, να αφουγκραστεί τον ρυθμό τους και να αφήσει έναν στίχο να τον οδηγήσει λίγο πιο βαθιά μέσα στον κόσμο, μέσα στον δικό του κόσμο.
Το βιβλίο «Έντεκα λόγοι για να μη διαβάσω ποίηση και άλλοι δώδεκα για να διαβάσω» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.
Συγγραφέας: Αργυρώ Πιπίνη – Άλκηστη Χαλικιά
Εικονογράφος: Κώστας Μαρκόπουλος
