Elniplex / Κιχώριο- Το γαλανό λουλούδι, της Φωτεινής Στεφανίδη / Απόστολος Πάππος / 27 Μαρτίου 2026

Κλείνω με το τελευταίο κομμάτι ενός έργου που σπάει στα τρία. Ένας κήπος κλειστός και οι τοίχοι της αυλής του κόκκινοι. Εδώ κι εκεί πεσμένοι οι σοβάδες, κι έρχονται τα κλαριά της μανταρινιάς, της τριανταφυλλιάς, της πικροδάφνης, του μπλε γιασεμιού και του άσπρου που ζωγραφίζουν πάνω τους, μαζί έρχονται και οι σκιές που γράφει μια αόριστη φωτεινή πηγή, κι έχει κι ένα μικρό τραπέζι, στο κέντρο, μισοπιωμένο το κρασί στο ποτήρι, δεν έγινε ακόμη η σπονδή κι ήρθε περαστικό πουλί.
Δύο οικογένειες, άγνωστες μεταξύ τους, η μια στην Αθήνα, η άλλη στο Ουζμπεκιστάν, μετά από αλλεπάλληλες μετακινήσεις, ξεριζωμούς και ξενιτιές, θα συναντηθούν και θα περπατήσουν μαζί μέσω του Γιάννη και της Σουλίτσας.
Τα πολύ σύντομα κεφάλαια κινούνται μέσα σε ένα χρονικό διάστημα ενός περίπου αιώνα σαν ένα διασωσμένο, μονταρισμένο υλικό που έχει αφήσει απέξω ό,τι χάθηκε κι εφθάρη και έμεινε εκείνο το χρυσό απόσταγμα για να γίνει το πιοτί μέθη ατόφια. Αυτή η αφηγηματική στρατηγική του κοφτού λόγου, είναι ένα ψηφιδωτό ένωσης θραυσμάτων μνήμης που ενώθηκαν από αφηγήσεις, φωτογραφίες, εικόνες, ζωγραφιές, ποιήματα, σκόρπιες λέξεις για να συνθέσουν με απόλυτο ρυθμό, με αναγνωστική μουσικότητα, ένα έργο λόγου που δονείται και δονεί τον αναγνώστη με την αλήθεια, με την εντιμότητα και την απλότητά του.
Περί τίνος πρόκειται
Πρώτα Παπούτσια με λουράκι (2021), έπειτα Τζιέρι μου, 1922 (2022). Και τώρα (2026), η Φωτεινή Στεφανίδη συμπληρώνει την τριλογία με το Κιχώριο. Πριν, ήταν οι μνήμες, είκοσι μία εικόνες, ενός κοριτσιού από τα τέσσερά ως τα δεκατέσσερά του χρόνια, ένα χρόνο πριν τη δικτατορία, κατά την περίοδο της Χούντας και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η σχέση του με τον πατέρα και τη μητέρα του, η παιδικότητα, η αθωότητα, ο δρόμος προς την ενηλικίωση. Έπειτα, ήταν οι αφηγήσεις της γιαγιάς, που από έναν δρόμο όλο προσφυγιά, κατέληξε από τη Μικρά Ασία και το Ουζμπεκιστάν στην Ελλάδα και τη Ραφήνα σε ένα τσαρδί, γεμάτο τραύματα, συλλογικά και προσωπικά.
Με το Κιχώριο, το γαλανό λουλούδι, ολοκληρώνει αυτή τη βιωματική αυτομυθοπλασία, που γοητεύει με την πλαστικότητα, με την ευρυθμία, τον χώρο που καταλαμβάνει και εκείνον που αφήνει διαθέσιμο στον αναγνώστη. Μέσα από αυτές τις προσωπικές, οικογενειακές ιστορίες, η συγγραφέας φωτίζει την Ιστορία, ακολουθώντας την πεποίθηση πολλών σύγχρονων ιστορικών ότι η μικρο-ιστορία, οι προσωπικές αφηγήσεις, αποτελούν πολύ σημαντικούς τρόπους και άξονες να κατανοήσεις τη μεγάλη Ιστορία εκ των έσω, ενώ το βίωμα αξιολογείται ως ένας φακός που φωτίζει τη συσκότιση των επίσημων καταγραφών που μεταδίδουν τον παλμό της εξουσίας, την ώρα που το προσωπικό βίωμα μεταφέρει τον παλμό των ανθρώπων που έζησαν το τραύμα ως πρωταγωνιστές και θύματα.
Κιχώριο(ν)/Cichorium: το κοινό ραδίκι Κιχώριον το εντετμημένον είναι θαμνώδες πολυετές βότανο με μπλε ή στο χρώμα της λεβάντας άνθη. Φυτρώνει ως άγριο φυτό στις άκρες των δρόμων στην πατρίδα του την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.
Δύο οικογένειες, άγνωστες μεταξύ τους. Αθήνα, Μεταξουργείο η μία, Ουζμπεκιστάν η άλλη. Στην Αθήνα ζει η Μαρίκα που θα φέρει στον κόσμο τη Σουλίτσα, στο Ουζμπεκιστάν ζει η Φωτίκα που θα γεννήσει τον Γιαννιό, τον πατέρα της συγγραφέα (τον μετέπειτα ζωγράφο Γιάννη Στεφανίδη). Είναι δυο ξέχωροι δρόμοι. Η πρώτη ζει τις δικές της μετακινήσεις, καθώς την παρακολουθούμε μέσα από την καθημερινότητά της. Η δεύτερη έχει περιπλάνηση πολλή και προσφυγιά και από τόπο σε τόπο αλλαγή και έναν οριστικό ξεριζωμό που θα τη φέρει τελικά στην Αθήνα, μετά από τόσα χώματα, Πόλη, Εύβοια, Ραφήνα.
Ο Γιαννιός (Γιάννης) και η Σουλίτσα (Σούλα) θα γνωριστούν κάποτε, παιδιά θα τα λεγες ακόμα, στης Δέσποινας το σπίτι, και θα γίνουν ζευγάρι. «Τράβηξε τον Γιάννη σαν μαγνήτης. Κι έκανε την καρδιά του να χτυπήσει δυνατά». Δυο κόσμοι αλλιώτικοι, από αλλού φερμένοι, μα σμίξανε ακριβώς έτσι, μαγνητικά. Του Γιάννη το χέρι πιάνει. Φτιάχνει παράνομες προκηρύξεις στον αντιφασιστικό αγώνα, φτιάχνει το περίφημο σήμα της ΕΠΟΝ. Θα περιπλανηθεί μαζί με έναν μουσικό, τον Μάνο (Χατζιδάκι) και άλλους μαζί, στη Βοιωτία, την Αράχωβα, τη Γραβιά και τη Λαμία, για να γλιτώσουν τη σύλληψη. Ο Γιάννης βοήθησε τον Μάνο, τον μουσικό με τις σημειώσεις και τις νότες στα χέρια και το αίμα στα πόδια από τα τρύπια παπούτσια. Κι όταν ξέχασε το ορατόριο πλάι στη φωτιά, πάλι ο Γιάννης του το έσωσε (και για εμάς επίσης).
Ύστερα εμφύλιος και εξορία στο Κοντοπούλι της Λήμνου με τον Γιάννη Ρίτσο μαζί (1948). Και ένα ποίημα του Ρίτσου γεννήθηκε από τις μπογιές του Γιάννη. Και το μαντολίνο που πάλευε καιρό να του φτιάσει ο Γιάννης του Ρίτσου, το κάνανε κομμάτια οι χωροφύλακες μέσα στον μήνα. Και το γαλάζιο λουλούδι, με το σκληρό κοτσάνι και τα λίγα φύλλα, ξανάρθε εκεί, ποιος ξέρει πάλι πώς. Κι ύστερα το ξανασμίξιμο για το ζευγάρι και η ζωή κυλάει…
«Βαδίζουν οι δυο τους πλάι πλάι χωρίς να αγγίζονται. Ελαφρά ντυμένοι, η Σούλα μ’ ένα φόρεμα λουλουδάτο, ολόκληρη μια άνοιξη για τον Γιάννη, μέσα στην παγωμάρα που ζούσε κι εκείνος και η πατρίδα όλη. Πατώντας στα βήματα που τους όρισε η μοίρα, πέρασαν ανυποψίαστοι έξω από τη Σχολή Οικοκυρικής, εκεί που μάθαινε η Μαρίκα να μπανιαρίζει τα μωρά της μέσα στα δαφνόφυλλα. Με την άκρη του ματιού του το είδε εκείνη τη στιγμή ο Γιάννης το γαλανό κιχώριο να μισοκλείνει τα δυο του λουλούδια, εκεί που το έβλεπε και η Μαρίκα πριν από 25 χρόνια, στου πεζοδρόμιου τη χαραμάδα».
Εστιάζοντας
Η Φωτεινή Στεφανίδη περπατάει τον δρόμο που φυτρώνει το γαλάζιο λουλούδι, εκείνο το σκληροκότσανο, άγριο χορτάρι, που αν πεινούσες το έβραζες και το τρωγες κι αν χανόσουν ακολουθούσες τον δρόμο που φύτρωνε στις άκρες του. Γιατί το λέει κιόλας, εκείνο το λουλούδι δεν είχε περιοδικότητα, ούτε τόπο, ούτε χρόνο. Δεν είχε πατρίδα, δεν ήταν κανενός, ήταν πάντοτε μόνο μα και όχι. «Και πρώτη φορά αναλογίστηκε πως το λουλούδι αυτό δεν έχει εποχή, ανθίζει όταν το έχεις ανάγκη».
Και μόνο η επιλογή του Κιχωρίου ως σύμβολο κάτω από τις ρίζες και πάνω στο άνθος του οποίου ενώνονται ακτινωτά όλες οι ιστορίες των δύο οικογενειών, αποτελεί ποίηση. Ένας βαθύς συμβολισμός ανθεκτικότητας κι απαντοχής, άγριας ζωής που βρίσκει τη δύναμη να φυτρώνει και να ανθίζει παντού, χρώματος σε έναν κόσμο που κάθε τόσο γινόταν από ζοφερός έως ανυπόφορος, φωτός αφού σαν σηματοδότης όριζε τον δρόμο σαν εσύ τον είχες χάσει. Ένας συμβολισμός που χάνεται μέσα στο χρώμα μιας ελληνικότητας λησμονημένης, ματιών γαλάζιων σαν θάλασσες και πέλαγα και πρόγονοι που είχαν τέτοια και απογράφηκαν παραπάνω από βλέμματα.
Τα πολύ σύντομα κεφάλαια κινούνται μέσα σε ένα χρονικό διάστημα ενός περίπου αιώνα σαν ένα διασωσμένο, μονταρισμένο υλικό που έχει αφήσει απέξω ό,τι χάθηκε κι εφθάρη κι αποσιωπήθηκε και λόγο δεν είχε να σταθεί και έμεινε εκείνο το χρυσό απόσταγμα, το πολύ απαραίτητο για να γίνει το πιοτί μέθη ατόφια. Αυτή η αφηγηματική στρατηγική του κοφτού λόγου, των μικρών προτάσεων, της μιας ανάσας είναι ένα ψηφιδωτό ένωσης θραυσμάτων μνήμης που ενώθηκαν από αφηγήσεις, φωτογραφίες, εικόνες, ζωγραφιές, ποιήματα, σκόρπιες λέξεις για να συνθέσουν με απόλυτο ρυθμό, με αναγνωστική μουσικότητα, ένα έργο λόγου που δονείται και δονεί τον αναγνώστη με την αλήθεια, με την εντιμότητα, την απλότητα με την οποία απλώνεται και -τι παράξενο- και με το λευκό που αφήνει σαν σιωπή σε χώρο σελίδων εκουσίως ανεκμετάλλευτο.
«Και το γαλάζιο λουλούδι στην Πεντέλη λιβάδι ολόκληρο». Ένα λιβάδι από μνήμες που συρρέουν αβίαστα, αξεθώριαστες, στην τελετουργία λόγου που ενορχηστρώνει η δημιουργός, η οποία [τελετουργία] ενισχύεται από φωτογραφίες αρχείου, εικόνες και έργα του Γιάννη και της Φωτεινής Στεφανίδη, σαν κάδρα που δεσπόζουν στην κορυφή τοίχων από λέξεις και κουβαλούν αυτό το μοναδικό χρώμα ανάμεσα στο μπλε το γαλάζιο και το μοβ, αυτή την σπάνια απόχρωση. Δεν πρόκειται για μια γραμμική αφήγηση λεπτομερειών μιας κλασικής οικογενειακής σάγκας, όπου με κάποιον τρόπο όλα πρέπει να ειπωθούν. Στο Κιχώριο έχουμε κίνηση γαλανού άνθους μέσα σε στιγμές ακινησίας και σιωπής. Εικόνες που ενώνονται μεταξύ τους με αφηγηματικές κλωστές που τις δένουν, από εξορίες και ξενιτιές, μέχρι φτώχειες και κατοχές. Μέσα, παρελαύνει πραγματική, άγνωστη ιστορία της Ελλάδας, μορφές εμβληματικές, καθώς η πορεία των δύο οικογενειών. Γιατί ο ίδιος ο Γιάννης ο Στεφανίδης υπήρξε ένας φάρος ζωής και συνοδοιπόρος για ανθρώπους σαν τον Ρίτσο και τον Χατζιδάκι, άγνωστες πτυχές των οποίων αποτυπώνονται στην πυκνή, τρυφερή αφήγηση του Κιχωρίου.
Ολόκληρη η νουβέλα είναι ένας τόπος και ένα κλειδί που ανοίγει την πόρτα στην αναδρομική έκθεση ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ (1919-2010), 70 χρόνια προσφοράς | Α’ μέρος (1938-1960) που επιμελήθηκε η Φωτεινή Στεφανίδη για τον πατέρα της και μπορείτε να επισκεφθείτε στον Χώρο Πολιτισμού – Εργαστήρι “Γιώργη Βαρλάμου” μέχρι και τις 7 Ιούνη 2026 (Τηλ: 210 7515584, Email: ergastiri.gvarlamou@gmail.com)
Για αναγνώστες από 15-16 περίπου ετών
Απόσπασμα


Πηγή:
In Same Category
- Ελculture / «Έχω φωνή» της Χαράς Μαραντίδου / Πέπη Νικολοπούλου / 11 Δεκεμβρίου 2025
- ΚΕΙΜΕΝΑ / Βιβιλιοκριτική «Ο Μάξιμος είναι δυνατός» / Βίκυ Τοπούζα / 17 Φεβρουαρίου 2026
- Ελculture / «Έντεκα λόγοι για να μη διαβάσω ποίηση και άλλοι δώδεκα για να διαβάσω» / Πέπη Νικολοπούλου / 13 Μαρτίου 2026
- Elniplex / Ιστορίες από το Γατουχάν: Κι ο φόβος φοβάται / Απόστολος Πάππος / 26 Δεκεμβρίου 2025
- Elniplex / Όλος ο κόσμος ένα παράθυρο, της Ζηνοβίας Βασιλειάδη / Απόστολος Πάππος / 3 Μαρτίου 2026